Το 421 π.Χ. ο Αριστοφάνης κερδίζει το δεύτερο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια με την κωμωδία του, Ειρήνη. Ήδη, έχουν περάσει 10 χρόνια από την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Κλέων, ο Αθηναίος και ο Βρασίδας από τη Σπάρτη, αιμοσταγείς και φιλοπόλεμοι, συνεγείρουν τα πλήθη. Αμφότεροι, πεθαίνουν στη μάχη της Αμφίπολης το 422 π.Χ.. Το πρωτότυπο κείμενο έχει άνδρα πρωταγωνιστή. Τον Τρυγαίο. Ο Φοίβος Δεληβοριάς μαζί με τη σκηνοθετική ματιά του Νίκου Καραθάνου προτείνουν μια νέα εκδοχή. Κρατάει τα βασικά στοιχεία της ιστορίας, αμφισβητεί τη δύναμη επιβολής των μεταφυσικών οντοτήτων βάζοντάς τες στη σφαίρα της μυθολογίας και δίνει τα κλειδιά σε μια γυναίκα. Ταυτόχρονα, το έργο αποκτά χαρακτηριστικά που δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο αλλά διατρέχουν την πορεία της ανθρωπότητας αναδεικνύοντας τα απάνθρωπα μέσα που φυλακίζουν την ελευθερία προκειμένου να κινηθεί η πολεμική μηχανή.
Η Τρυγαία κατάγεται από το Μαρούσι. Είναι αγρότισσα. Έχει δύο παιδιά με τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων νέων. Ελαφρώς ατίθασα, κάπως περιορισμένα και διαρκώς με το παράπονο στα χείλη. Δικαιολογημένα και μη. Ο πόλεμος έχει εξαφανίσει τη θέση της στη λαϊκή αγορά και έτσι, ακόμα και η βασική καθημερινή διατροφή τίθεται εν αμφιβόλω, όπως μας πληροφορούν τα τέκνα.
Σε αντίθεση με τις αρχαίες τραγωδίες οι οποίες ασχολούνται, κατά κύριο λόγο, με τα μεγάλα και σημαντικά ερευνώντας τα από τη θέση των κυρίαρχων τάξεων της εποχής, εδώ, τη λύση θα προσπαθήσει να τη δώσει μία κοινή θνητή. Η Τρυγαία με τη βοήθεια ενός από τους δούλους της, αποφασίζει να επισκεφτεί τον Όλυμπο για να συναντήσει τους θεούς και να πάρει απαντήσεις σχετικά με το γιατί άφησαν τους ανθρώπους, με αδιαφορία, να σφάζονται. Έχει προηγηθεί τηλεφωνική (!) επικοινωνία μεταξύ εκείνης και της Λυσιστράτης. Η δεύτερη έχει προσανατολιστεί στη γνωστή στάση αποχής για να πιέσει τις ειρηνευτικές διαδικασίες, ενώ η Τρυγαία αποφασίζει να λάβει αποφασιστικά μέτρα παρακάμπτοντας τον ανθρώπινο παράγοντα. Αναζητά την παρουσία αλλά και την ιδέα της Ειρήνης για να αποκατασταθεί η ομαλότητα.
Το ταξίδι αποκτά εξωπραγματικές και γαλαξιακές διαστάσεις. Η κατοικία των θεών γίνεται περιπλάνηση στο διάστημα, ενδεχομένως, δίνοντας και την εικόνα του τότε ουράνιου κόσμου, με τους πλανήτες να λειτουργούν ως σύντομα σημεία ελέγχου και προόδου της Οδύσσειας του διαστήματος. Όταν φτάνουν στον Όλυμπο, διαπιστώνουν ότι οι θεοί κουράστηκαν από την ανθρώπινη αναξιοπρέπεια και την ανιαρή αιματοχυσία και έφυγαν πηγαίνοντας σε μακρύτερα ύψη. Η Αθηνά παρέμεινε πίσω για να προστατεύσει τα ασημικά και το ντουλάπι με τους κεραυνούς του Δία.
Ο Πόλεμος είναι ένας γορίλας που επικοινωνεί με κραυγές και εξάρσεις. Τόσο πρωτόγονος όσο και η βία. Γίνεται η εύστοχη αντιπαραβολή με τη σημερινή πραγματικότητα. Ο Πόλεμος δεν χρειάζεται φτιασίδια, όμορφα λόγια και ένα περιτύλιγμα που να κολακεύει τις πράξεις του και να προσδίδει ευγενή παράσημα στους νεκρούς. Είναι ωμός, άρτια σχεδιασμένος και άμυαλος. Δεν προέρχεται από τις εμμονές κάποιων ηγετών. Είναι σύμφυτος με τις εσωτερικές συγκρούσεις κίνησης και εξέλιξης όταν οι τελευταίες αφορούν την κυριαρχία και απορρίπτουν την αρμονία της συνύπαρξης. Ο γιος του, ο Τάραχος είναι αδίστακτος και αμείλικτος γιατί τον διακατέχει το δαιμόνιο. Δηλαδή, δεν περιμένει τον κύκλο των επιχειρήσεων από την ακμή στην κατάρρευση ώστε να δράσει, αλλά, προετοιμάζει με σύνεση και λογική το μέλλον. Από τα δόρατα και τις τριήρεις, το πλάνο ανοίγεται σε ωκεανούς με σταυρώσεις, υγρό πυρ, στρατόπεδα συγκέντρωση και εξόντωσης. Χημικά και έξυπνα όπλα, γενοκτονίες, προπαγάνδα, χαλκευμένες ειδήσεις, παραποιημένη ενημέρωση και δρόνοι! Μάλιστα, όντας σε επιχειρησιακή/ επιχειρηματική ετοιμότητα, ετοιμάζει και το διάδοχος του. Είναι ο Αλγόριθμος! Από τον τροχό στα αιχμηρά ξύλα, από το ατσάλι και τα καρφιά, στην είσοδο της χημείας και της επιστήμης και από εκεί στην καθετοποιημένη γραμμή παραγωγής και στην πολεμική οικονομία. Η ευθύνη της εξόντωσης, μεταφέρεται, χωρίς κανόνες και έλεγχο, στα υπολογιστικά συστήματα αφήνοντας στο περιθώριο τον ανθρώπινο παράγοντα.
Η στιγμή της απελευθέρωσης της Ειρήνης, ξενίζει για δύο λόγους. Πριν από εκείνη, βγαίνουν από τα σπλάχνα του τέρατος, η Οπώρα και η Θεωρία. Η κοινωνική ευημερία προϋποθέτει αναγέννηση της γης, του έρωτα με την ανάφλεξη του πάθους και θεωρητική επάρκεια για να εξοριστεί, παντοτινά, η φαυλότητα που θρέφει τα παράσιτα και το μαλακό έδαφος των πισωγυρισμάτων της ιστορίας. Η Ειρήνη δεν επιβάλλεται. Κατακτιέται και απαιτεί αγώνα για να μακροημερεύσει μέχρι να φτάσουμε σε μια μελλοντική κοινωνία της ενοποιημένης ανθρωπότητας, όπου το δίπολο Ειρήνη και Πόλεμος θα ανήκει στην ανθρώπινη προϊστορία.
Η επιστροφή στη γη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Περνάει από τον Κάτω Κόσμο. Οι ηρωίδες και οι ήρωες, σαν μεταγενέστεροι απόγονοι του Οδυσσέα, διάγουν τη δική τους Νέκυια από τη ραψωδία λ της Οδύσσειας. Η Τρυγαία συναντά τη μητέρα του Αριστοφάνη! Η μάνα, “ντυμένη” με όλα τα πρέπει της καθωσπρέπει αστικής επάρκειας και αναγνώρισης, προτιμά ο γιος της να ήταν ένας εργάτης με καταπιεσμένα ένστικτα και επιθυμίες παρά να είχε καλλιεργήσει το ταλέντο του και τώρα, να εμπλέκεται σε περιπέτειες της τέχνης με τη μήνιν συγκαιρινών του τραγωδών και διαχρονικών, λογοκριτών και εξουσιαστών: «Για να τελειώνουμε με αυτή την κωμωδία».
Η στιγμή της Κάθαρσης έρχεται με συγκινητικό τρόπο. Πρόκειται για την υπενθύμιση ότι η τέχνη παραμένει αμάραντη, δεν πεθαίνει, ίσως ξαποσταίνει για να επαναπροσδιορίσει το ρόλο της. Η φωνή του Βασίλη Παπαβασιλείου υπογραμμίζει το συνθετικό ταλέντο του Φοίβου Δεληβοριά. Φυσικά, δεν αναφερόμαστε, αποκλειστικά στη μουσική του μαεστρία αλλά στο πώς γίνεται η αγκαλια για να φέρει κοντά φυσιογνωμίες που οι ταμπέλες τις καθιστούν πέτρινες και αμετακίνητες. Ο αείμνηστος ηθοποιός και σκηνοθέτης συναντιέται σε δύο, ξεχωριστές μεταξύ τους, εμβόλιμες βινιέτες με τον Γιώργο Μαζωνάκη.
Χωρίς τον πόλεμο, οι διαχρονικοί προδότες, δωσίλογοι, καταδότες και έμποροι των όπλων προσπαθούν να επιβιώσουν με τεχνάσματα αρπαγής δημόσιου χρήματος από τους ναούς ή από απάτες, θυμίζοντάς μας ότι οι εθνικόφρονες, ανέκαθεν, ήταν και παραμένουν, πρωτίστως, στομαχόφρονες και αγέλες ιδιοτελών συμφερόντων.
Τελικά, η Ειρήνη δεν είναι σταθερή κατάσταση σε μια θεατρική σκηνή, με παρόδους, τραγούδια και παραβάσεις. Περισσότερο ομοιάζει με προσωρινή συγκυρία η οποία χρειάζεται φροντίδα, αγώνα και εγρήγορση. Εξ ου και η προτροπή: “Πάμε πάλι απ’την αρχή”.
