Home >> Αφιέρωμα >> Η γεύση του καλοκαιριού

Η γεύση του καλοκαιριού

Άνω Σύρος. Καλοκαίρι 2026. Φωτογραφία από τον Τάσο Τριβουλίδη Άνω Σύρος. Καλοκαίρι 2026. Φωτογραφία από τον Τάσο Τριβουλίδη

Όταν το συνήθειο υπερτερεί της τελειότητας, τότε ψηλά στο βράχο μπροστά στη θάλασσα όταν σουρουπώνει είσαι μόνος εκεί σαν αστέρι στη γη με χαμένη φωνή και είναι αργά. Είναι η εποχή που μπορούμε να θυμηθούμε τα ιδιαίτερα αγαπημένα μας πρόσωπα και τα τραγούδια που μας καθόρισαν. Να κάνουμε μια αφιέρωση στα πρώτα μας χρόνια. Το κατακαλόκαιρο έρχονται οι μνήμες να συμφιλιώσουν το παρελθόν με το παρόν. Γίνονται οι συνειρμοί. Είναι μια ευκαιρία για αναθεώρηση και συνειδητοποίηση. Είθισται κάθε βραδιά να έχει το δικό της όνειρο.

Μερικές φορές, οι ελιγμοί για την ευτυχία γίνονται φωτεινό παράπονο και μας θυμίζουν το στίχο του Γιάννη Ρίτσου από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος: Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές.

Η μεγάλη κυρία της τζαζ, η Σάρα Βον και η αγαπημένη μελωδία του Χένρι Μαντσίνι η οποία, παραδόξως, δεν είχε γραφτεί για κινηματογραφική ταινία. Αν και χρησιμοποιήθηκε στην τηλεόραση αλλά και στο Μπιγκ Λεμπόφκσκι των αδερφών Κοέν, το 1998.

Η Σόφι Σόλομον, βιολινίστρια από τη μεγάλη Βρετανία με πολυσχιδή καριέρα και με συνεργασίες από το χώρο της ποπ και της ροκ. Εδώ, η αλληγορία κάνει την κάψα του ήλιου, καύσωνα του έρωτα!

Το 1980, ο Στίβι Γουόντερ αφιερώνει ένα τραγούδι στη ρέγγε και συγκεκριμένα, στον Μπομπ Μάρλεϊ. Ο δίσκος λεγόταν, Hotter than July! Τι περιγράφει; Φυσικά, μια καυτή καλοκαιρινή μέρα!

Η Μάριαν Φέιθφουλ ήταν το κορίτσι με την αριστοκρατική καταγωγή, με τις κακές συνήθειες και τις καταχρήσεις που κατέστρεψαν τη φωνή της. Αντάμα και οι κακές παρέες. Ας είναι. Από το 1965, η επιλογή μας.

Το 1973, οι Άισλι Μπράθερς μάς προσφέρουν ένα καλοκαιρινό, απαραίτητο, αεράκι.

ΕΞΟΦΛΗΣΗ

Η παιδική ηλικία μου γλίστρησε ανάμεσα σε παλιά ερμάρια, οι αμαξάδες βλαστημούσαν καθώς παίρνανε τη στροφή, αργά,

λυγισμένοι απ’ τη σκόνη κι η κοιλιά μου σκουλήκιαζε από αναρίθμητες πείνες.

Στο υπόγειο ονειρευόταν το ραχητικό παιδί, εγώ πίστευα στους πλανόδιους οργανοπαίχτες, που η δυστυχία τους είναι πιό ουράνια κι απ’ τους ουρανούς, πλαγιάζοντας με γυναίκες κωφάλαλες, για να μη χάσω ουτ’ έναν ήχο απ’ τους στεναγμούς που άκουγα γύρω μου.

Σε τί χρησίμεψαν, λοιπόν, οι αμαρτίες μου; Έβρεχε και κανείς δε μ’ άκουγε, μονάχα ο κούφιος αντίλαλος απ’ τους σταύλους, εκεί που είδα το γέρο, καθόταν στο βρεγμένο στρώμα κι έκλαιγε,

ζητώντας να του δώσουν την κούκλα του — τότε κατάλαβα πως δεν είμαι μόνος, και πως όταν θα ’ρθει η μέρα της Κρίσεως, εγώ θα έχω όλο το χρυσάφι να πληρώσω.

Το τέλος ήταν απροσδόκητο, με τον καπνό να μου γνέφει πάνω απ’ το σταθμό, με τους τρελούς που ψάχνανε για ένα μικρό κομμάτι κιμωλία κι εκείνους τους χλωμούς άντρες με τα τύμπανα που φτάνουν όταν δεν υπάρχει έλεος πιά.

Κι ύστερα, όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ, ενώ τα υγρά σιωπηλά χωράφια ταξίδευαν με τους τυφλοπόντικες.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
ΠΟΙΗΣΗ- ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ 1972-1877/ 6η ΕΚΔΟΣΗ / ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972/ ΔΙΑΣΠΟΡΑ / σελ.14 /Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Επειδή, απόψε στον ουρανό θα αποκαλυφθεί το Φεγγάρι του Οξύρρυνχου, όπου όπως έχουμε αναφέρει και παλαιότερα πήρε την ονομασία του από τις παραδόσεις των ιθαγενών φύλων της Βόρειας Αμερικής, εμείς θα επιλέξουμε το πιο γλυκό και ταυτόχρονα μελαγχολικό τραγούδι. Για ένα χωρισμό ή για την έναρξη μιας νέας εποχής ή απλώς, για τον αποχαιρετισμό του καλοκαιριού!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *