Η εξάντληση της φύσης και των πόρων της ξεκίνησε από την έντονη αστικοποίηση και καταστροφή της υπαίθρου. Η οικολογία και τα κινήματα που την αγκαλιάζουν, οφείλουν να διέπονται και να εξετάζουν τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις που διέπουν το περιβάλλον με την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνατοτήτων που προτάσσει η κεφαλαιοκρατία. Εκτός των άλλων δεινών, η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε μεγάλες πόλεις έφερε το χάσμα μεταξύ της ακούσιας συνδιαλλαγής των έμβιων όντων που χρησιμοποιούν, εργαλειοποιούν και μεταπλάθουν τα ευεργετήματα της γης. Πλέον, ο κύκλος που αναζωογονούσε την κίνηση μέσω νεκρής ύλης, θρεπτικών στοιχείων και ενέργειας, τείνει να εκλείψει.
Σε ένα γραφείο όπου όλα κυλούν με συνηθισμένο και μονότονο τρόπο, εκτυλίσσονται τρεις ιστορίες. Στο ημίφως. Κάτω από το πέπλο της καθημερινότητας. Ο Σόλνες βυθισμένος στις σκέψεις του. Η Κάγια με το νεανικό της ενθουσιασμό να γοητεύεται από τον εργοδότη της. Ο Ράγκναρ που ασφυκτιά στο στενό πλαίσιο, ζητά χώρο και τον βαραίνει η αρρώστια του πατέρα του και ο φόβος ότι δεν θα προλάβει να του αποδείξει ότι κατάφερε να αποκτήσει εργασιακή αυτάρκεια και πιθανή καταξίωση. Η πάλη της κατώτερης τάξης να ηγεμονεύσει την κοινωνία. Ο Σόλνες τρέμει τη νεότητα. Την ορμή της. Το κύμα που προβλέπει να έρχεται. Είναι ο ίδιος που κάποτε έχτιζε ναούς και πύργους για να σκίζουν τα σύννεφα φτάνοντας το Θεό και, τώρα, αρκείται σε κατασκευές σπιτιών και παθαίνει ίλιγγο όταν ανεβαίνει στις σκαλωσιές. Εμφανώς, ενδίδει στο φλερτ γιατί γνωρίζει πως είναι μια διέξοδος για να κρατηθούν ζωντανά τα κύτταρα που του προσφέρουν ζωντάνια.
Η Αλίνα είναι η σύζυγός του. Βυθισμένη στο καθήκον, αντιμετωπίζει τα πάντα με προθυμία και αβουλία. Είναι εξυπηρετική γιατί έτσι έχει μάθει. Μοιάζει με τις ηρωίδες των μυθιστορημάτων που κάτι τις έχει κλονίσει. Η ρωγμή έχει γίνει ρήγμα και έχουν ταχθεί στο ρόλο της μοίρας. Εμφανίζονται σαν προικισμένες για τον πόνο, αφού ακροπατούν ανάμεσα στον κόσμο που πέρασε, χάθηκε και άφησε πίσω του συντρίμμια και στο παρόν που είναι ευθεία γραμμή και φορέας τυπικότητας. Η δε ασφαλής αθωότητα είναι για την Αλίνα μια φωτιά από ένα αδιευκρίνιστο, ίσως κατασκευαστικό λάθος ή ατύχημα, με το ίδιο αποτέλεσμα. Το θάνατο των δύο μωρών της, από το ίδιο της το φαρμακωμένο γάλα. Συντηρεί τη μνήμη τους, με το να έχει στην εντέλεια τα παιδικά δωμάτια. Η φωνή της δεν αλλάζει τόνο. Σταθερή, σπασμένη, ήρεμη. Χωρίς εξάρσεις, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου αντιλαμβάνεται τις παρατυπίες του άντρα της. Κι όμως, τις αντιμετωπίζει με αδιαφορία. Όπως τα θραύσματα μιας ερωτικής ιστορίας που επαναλαμβάνεται. Αυτή η επανάληψη, άλλοτε με διαφορετικά πρόσωπα και καταστάσεις, με παρόμοια εξέλιξη και με βροντερή κατάληξη, δεν της δημιουργεί την παραμικρή έκπληξη. Ουδεμία κατάπληξη, παρά μόνο θλίψη για το πόσο ευάλωτος είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου.
Ο Σόλνες σκαρφάλωσε στην κορυφή του κατασκευαστικού κλάδου, πίνοντας το νερό από το στόμα των επίδοξων ανταγωνιστών του. Διατηρεί λεπτό χιούμορ το οποίο τον βοηθά στην αποποίηση των δικών του ευθυνών, αν και δεν τις αρνείται. Μερικές φορές, χαμένος στις σκέψεις του, τις εναποθέτει σε μια ονειρική καταχώρηση και κοιτάζοντας προς τα πίσω, αναρωτιέται για το εάν ήταν ο ίδιος που έκανε τόσα βήματα, στο παρελθόν. Τότε, που τίποτα δεν τον ενοχλούσε, δεν του περιόριζε τον ορίζοντα. Τότε, που τον κατασπάραζε η φιλοδοξία. Τώρα, στο δυσμάς του βίου του, κατανοεί ότι πλησιάζει η ώρα για να πληρώσει το τίμημα και να αποκαλυφθούν όλες οι, επιμελώς, κρυμμένες παραλείψεις του. Η καταστροφή της οικείας που κληρονόμησε η Αλίνα, μαζί με το χαμό των τριών εβδομάδων βρεφών τους, φέρνει μια πρωτοφανή αντίφαση. Ο όλεθρος τού έδωσε την επιτυχία. Καθώς, δεν μπορεί να βρει τη γαλήνη, εμπλέκει τις ερμηνείες που έχει δώσει για την πορεία του βίου του, σε μεταφυσικούς στοχασμούς και βιβλικές προλήψεις και προκαταλήψεις. Το δούναι και λαβείν είναι το περίγραμμα καθορισμού των πράξεων.
Ξαφνικά, ένα βράδυ τού χτυπάει την πόρτα το παρελθόν. Η Χίλντα μπαίνει σαν σίφουνας. Είναι η προσωποποίηση της άνοιξης και τέταρτο. Τα μάτια της αστράφτουν. Ο λόγος της είναι σαν ποτάμι που κατεβαίνει παγωμένο και κρυστάλλινο από το βουνό. Το σώμα της είναι η ανθοφορία. Δεν χρειάζεται τίποτε παραπανίσιο ούτε και περιττό. Ο καλλωπισμός τής είναι αδιάφορος. Η σαγήνη της συγκερασμένη με την ηλικία. Μόλις 24-25 ετών. Ο εσωτερικός της κόσμος διψά για να κατακτήσει τον κόσμο που έπλασε και θεώρησε ότι της έταξε ο Σόλνες όταν πριν από δέκα χρόνια οργάνωσε την κατασκευή ενός ναού στο χωριό της. Προσδοκά να γίνει πριγκίπισσα με το δικό της βασίλειο.
Η νεαρή καλεσμένη τού ξυπνά τη χαμένη επιθυμία, Του κάνει το μεγαλύτερο δώρο. Τον ακούει, τον αφουγράζεται και βρίσκουν κοινό κώδικα επικοινωνίας και σημείο επαφής. Ανασταίνει το όραμα. Συναντά, ξανά, το δαίμονα που είχε χάσει και αμφιταλαντεύεται στο εάν τον επισκέφθηκε με δική του επίκληση ή επειδή πλησιάζει η εποχή που θα γυρίσει ανάποδα η τύχη. Διαπιστώνει ότι έχει ευαίσθητη συνείδηση που δεν συνάδει το με τη ρωμαλέα και θαρραλέα έξαρση της θέλησής του.
Ο Σόλνες τρομάζει με τη νεότητα διότι θεωρεί ότι θα του στερήσει όσα έχτισε και σε όσα βάσισε το χαρακτήρα του. Τελικά, αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βήμα. Να πάρει το λουλουδένιο στεφάνι και ξεπερνώντας τις αντιστάσεις του, τις παραινέσεις των παρισταμένων και το μαρτύριο της προσωπικής του καθήλωσης, να ανέβει να το αφήσει στο υψηλότερο σημείο. Καθένας και καθεμιά δίνουν τις δικές τους ερμηνείες όσο εκείνος σκαρφαλώνει. Δημιουργός και θεριστής της ζωής του. Η καταληκτική αναρρίχηση είναι το άλμα προς την απελευθέρωση. Μετά την πτώση, ανάβει το τσιγάρο και ξεκουράζεται από όλα!
