Απληστία, βουλιμία, κενότητα, ματαιοδοξία. Κάτι σαν τα θανάσιμα αμαρτήματα. Στιβαρή περιγραφή για τη νουβέλα του Αλεξάντερ Πούσκιν, Ντάμα Πίκα (1833).
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Αικατερίνης Β’, στην κοινωνία της Ρωσίας παρατηρείτο το ακόλουθο φαινόμενο. Η αυτοκράτειρα είχε την ικανότητα και τη θέληση να μοιράζει τεράστιες ιδιοκτησίες στους ευνοούμενούς της, οι οποίοι γίνονταν μυθικά πλούσιοι σε μια νύχτα.
Ευθύς εξαρχής ακολουθούμε την αμφιταλάντευση του θεατή μεταξύ του φυσικού και του μεταφυσικού. Ο Γερμανός αξιωματικός του μηχανικού, Χέρμαν (να ρισκάρει το αναγκαίο ευελπιστώντας στο περιττό), μαθαίνει ένα μυστικό που προσβλέπει να του αλλάξει τη ζωή. Πρόκειται για το μύθο μιας γριάς που θριάμβευσε στη λουδοβίκεια αυλή. Πριν 60 χρόνια είχε βρεθεί στο χείλος της χρεωκοπίας αλλά έμαθε, από τον τυχοδιώκτη και θαυματοποιό Κόμη του Σεν Ζερμέν, το τέχνασμα τριών τραπουλόχαρτων. Ο συνδυασμός των οποίων κερδίζει, πάντοτε. Ο νεαρός βρίσκει σε αυτή την εξιστόρηση, το συναξάρι πίστης και ελπίδας που αναζητούσε. Είναι η πληροφορία που τρύπησε τον καιρό και τον κόσμο του.
Για να προσεγγίσει τη γηραιά Κόμισσα κάνει τα γλυκά μάτια στη νεαρή προστατευόμενή της, Λιζαβέτα. Ανταλλάσουν γράμματα κλιμακούμενου πάθους και επιθυμίας. Γι΄αυτόν, η Λίζα είναι το σκαλοπάτι που θα τον οδηγήσει στη γριά. Για αυτήν, ο Χέρμαν είναι ο εραστής που, επαληθεύοντας τις ρομαντικές φαντασιώσεις της, θα τη γλιτώσει από τη μίζερη καθημερινότητα. Αργά και βασανιστικά φανερώνεται πως ο Χέρμαν χρησιμοποιεί τη Λιζαβέτα για να αποκτήσει πρόσβαση στην κρεβατοκάμαρα της Κόμισσας και είτε με τη βία είτε με τα θέλγητρα, να της αποσπάσει την ποθητή πληροφορία. Όταν έρχονται σε επαφή, η γριά τού λέει ότι η ιστορία ήταν ένα αστείο. Ο Χέρμαν ως λάτρης του ελέγχου, αδυνατεί να δεχθεί τον ισχυρισμό της Κόμισσας ότι το μυστικό στο οποίο έχει εναποθέσει τα πάντα είναι ένας αστεϊσμός.
Μαθαίνουν τι είναι ο ενεστώς. Αυτός ο δύσκολος χρόνος. Ένα κομμάτι καθαρού άγχους. Είμαι στριμωγμένος ανάμεσα σε δυο χρόνους. Το χρόνο της αναφοράς παραπομπής και το χρόνο της προσφώνησης. Έφυγες και για αυτό παραπονιέμαι. Είσαι εδώ και για αυτό απευθύνομαι σε εσένα. Η εμπειρία του έρωτα είναι μια μελέτη των αμφισημιών του χρόνου. Οι ερωτευμένοι, πάντοτε, περιμένουν. Μισούν την αναμονή… Αγαπούν την αναμονή… Στριμωγμένοι ανάμεσα σε αυτά τα δύο αισθήματα, οι ερωτευμένοι στοχάζονται πολύ το χρόνο και καταλήγουν να τον αντιλαμβάνονται πολύ καλά απ’το δικό τους τρόπο. Όταν εκδηλώνεται η επιθυμία, ο ερωτευμένος αισθάνεται πως η επιθυμία κατεδαφίζει, ακαριαία, το χρόνο και πως απορροφά όλες τις άλλες στιγμές κάνοντάς τες να χάσουν τη σημασία τους. Συγχρόνως, όμως, ο ερωτευμένος αντιλαμβάνεται οξύτερα από οποιονδήποτε άλλον, τη διαφορά ανάμεσα στο “τώρα” της επιθυμίας του και σ’όλες τις άλλες στιγμές που αποκαλούνται “τότε”, και που στοιχίζονται μετά το “τώρα”. Το αγαπημένο πρόσωπο βρίσκεται σε μία απ’αυτές τις στιγμές που καλούνται, “τότε”. Η στιγμή αυτή τραβάει, συνεχώς, την προσοχή του, προκαλώντας ίλιγγο με ένα αίσθημα αγάπης και μίσους. Μπορούμε να νιώσουμε την αίσθηση αυτού του ιλίγγου, στο ποίημα το Σοφοκλή για τον πάγο που λιώνει. Η πραγματική επιθυμία του ερωτευμένου, όπως βλέπουμε σε αυτό το κομμάτι πάγου, είναι να αποφύγει τις βεβαιότητες της φυσικής και να αιωρηθεί στις αμφισημίες ενός χωροχρόνου όπου το “απόν” είναι “παρόν” και το “τώρα” μπορεί να περιλάβει το “τότε”. Χωρίς να πάψει να ματώνει. Απ’αυτό το προνομιακό σημείο θεώρησης, στριμωγμένος ανάμεσα σε δύο χρόνους, ο ερωτευμένος κοιτάζει το “τώρα” και το “τότε”, με ιδιοτελή ματιά και ραγισμένη καρδιά. Πόσο θα ήθελε να ελέγξει το χρόνο… Κι όμως, το αντίθετο συμβαίνει. Ο χρόνος τον ελέγχει. Ή μάλλον, ο έρωτας χρησιμοποιεί το χρόνο για να ελέγξει τον ερωτευμένο.
Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα Του Ερωτικού Λόγου. Εκδόσεις Κέδρος.
Ο Γερμανός αξιωματικός παθαίνει παράκρουση και μέσα σε μιαν έξαψη παραφροσύνης, απειλεί να τη σκοτώσει. Εκείνη, έπειτα από λίγο, ξεψυχά στα χέρια του, από άγνωστα αίτια. Ο Χέρμαν πηγαίνει στην κηδεία της αφού, το ψυχικό βάρος τον έχουν καταπνίξει. Προς το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας, στον ύπνο του, εμφανίζεται το φάντασμα της Κόμισσας. Σαν εκδικητικός δαίμων αλλά και σαν υπενθύμιση της τυχαιότητας των παιγνίων. Τελικά, του αποκαλύπτει τα τρία φύλλα που θα του φέρουν νίκες για τρία συνεχόμενα βράδια, αλλά με δύο προϋποθέσεις. Αρχικά, δεν πρέπει να παίξει πάνω από ένα χαρτί κάθε βράδυ και πρέπει να παντρευτεί τη Λιζαβέτα.
Πράγματι, ο Χέρμαν (του υπολογισμού, της εγκράτειας και της εργατικότητας), παρουσιάζεται στο σπίτι του χαρτοπαίκτη και εκατομμυριούχου Τσεκαλίνσκι. Ποντάρει και κερδίζει. Το ίδιο επαναλαμβάνει και την επόμενη νύχτα. Το τρία και το επτά νικούν. Την τρίτη κατά σειρά βραδιά, ποντάρει στον άσο. Αναμένοντας την αποθέωση, τον πλουτισμό και την πλήρη καταξίωση, καθώς εμφανίζονται τα χαρτιά, εκείνος κρατά τη Ντάμα Πίκα, και χάνει τα πάντα… Ο ένας -Χέρμαν- θα καταλήξει στο ψυχιατρείο, η άλλη -Λίζα- θα παντρευτεί έναν πλούσιο δημόσιο υπάλληλο, ενώ το ρομάντζο τους θα την αφήσει ερείπιο.
Η μοίρα ενεργεί μέσα από τον χαρακτήρα του Χέρμαν και ο ίδιος τη διαμορφώνει μέσα από το αίσθημα της ενοχής, των τύψεων και της ανάγκης για αυτοτιμωρία. Όπως διδάσκει ο Φρόιντ, το απωθημένο υλικό ωθείται στο υποσυνείδητο και εκφράζεται μέσα από τα όνειρα.
Οι ηθοποιοί μεταχειρίζονται με μεγάλη μαεστρία τα σκηνικά, συμβάλλουν στην εναλλαγή τους, σε κάθε πράξη, ως μέρος της κίνησης και της εξέλιξης του έργου, ενώ παράλληλα ξετυλίγουν την πλοκή περνώντας, περίτεχνα, από την αφήγηση ενός εξωτερικού παντογνώστη αφηγητή, στη ζώσα, άγνωστη, πραγματικότητα επί σκηνής.
Η Ντάμα Πίκα συμβολίζει την κρυφή μοχθηρία
