Home >> Αφιέρωμα >> Ο «Ζηλωτής» με το κόκκινο μαντήλι

Ο «Ζηλωτής» με το κόκκινο μαντήλι

Γεννημένος στην Θεσσαλονίκη στις 20 Μαρτίου του 1948, κάνει την πρώτη του επαφή με την μουσική την περίοδο του 1965-1970. Την ίδια εποχή έγραψε τα πρώτα του τραγούδια, δημιουργώντας παράλληλα ένα μικρό στούντιο με χειροποίητα μηχανήματα στη Θεσσαλονίκη.

Το 1972 με το συγκρότημα Ζηλωτής (Zealot) επιχείρησε να κατακτήσει τη διεθνή αγορά κατά το πρωτότυπο των Aphrodite’s Child. Μετακόμισε στο Αachen της Δυτικής Γερμανίας. Φτιάχτηκαν τότε έξι τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στο Mιλάνο αλλά υπάρχουν μόνο σε συλλογές φίλων.

Το 1976, τραγουδώντας στους «Αχαρνείς» του Διονύση Σαββόπουλου, συναντιέται με τον Μανώλη Ρασούλη και το 1978 η «καλή παρέα» (Μανώλης Ρασούλης, Νίκος Ξυδάκης, Διονύσης Σαββόπουλος και Νίκος Παπάζογλου) δημιουργεί το δίσκο «Η Εκδίκηση της Γυφτιάς» στο νεόδμητο στούντιο Αγροτικόν Νο 3, στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης.

Ακολουθούν «Τα Δήθεν» και το 1983 όλα όσα υπήρχαν σε σχέδια, σημειώσεις και χαμηλόφωνες ηχογραφήσεις μαζεύονται στο δίσκο «Χαράτσι» που προτείνει ένα «είδος μεικτό και μόνιμο». Ακολουθεί το «Μέσω Νεφών» το 1986, τα «Σύνεργα» το 1991 και ένα χρόνο αργότερα η “Επιτόπιος Ηχογράφησις” στο θέατρο του Λυκαβηττού (30 Σεπτεμβρίου 1991). Τον Απρίλιο του 1995 κυκλοφόρησε η δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Όταν Κινδυνεύεις Παίξε την Πουρούδα» -στην κυπριακή διάλεκτο- σημαίνει το κλάξον ποδηλάτου. Το 2005 κυκλοφόρησε η τελευταία του δουλειά το «Μάισσα Σελήνη».

Την ημέρα της κυκλοφορίας της «Μάισσα Σελήνη», ο Νίκος Παπάζογλου κέρδισε το Βραβείο Μουσικής στα Κρατικά Κινηματογραφικά Βραβεία Ποιότητας (Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) για τη μουσική του στην ταινία η «Νοσταλγός».

Κάτω από την ετικέτα «Στρόγγυλοι Δίσκοι», ο Νίκος Παπάζογλου επιμελείται τις παραγωγές και ανακαλύπτει αξιόλογους τραγουδοποιούς όπως ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Ορφέας Περίδης, το μουσικό σχήμα Μικρές Περιπλανήσεις, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κ.ά.

Το μαντήλι που έγινε φουλάρι … 

Όλα ξεκίνησαν από την «Αμβροσίου 6» στις 20 Μαρτίου 1948, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ήταν το πατρικό σπίτι του Παπάζογλου, όπου η μητέρα του κάθε πρωί πριν φύγει για το σχολείο, του έδινε ένα καθαρό λευκό μαντήλι. Ήταν υποχρεωτικό εκείνα τα χρόνια οι μαθητές να το κουβαλούν μαζί τους. Τα χρόνια πέρασαν και όταν η μητέρα του δεν ήταν εκεί για να του το δώσει, εκείνος διάλεξε ένα δικό του μαντήλι, το οποίο είτε το φορούσε στον λαιμό είτε το κουβαλούσε στην τσέπη. Ήταν το σήμα κατατεθέν του.

 Οι ροκ επιρροές … 

Ως έφηβος είχε επηρεαστεί από τη ροκ μουσική. Μαζί με τους φίλους του, έτρεχαν στο μαγαζί του «Μόλχο», που είχε ξένο Tύπο για να ξεφυλλίσουν το περιοδικό “Melody Maker” και να ενημερωθούν για τις περιοδείες των Beatles και τις νέες κυκλοφορίες δίσκων των αγαπημένων τους καλλιτεχνών, όπως ήταν ο Ντίλαν. Τα βινύλια με τα αγαπημένα τους τραγούδια ήταν δυσεύρετα στην Ελλάδα και έτσι σκαρφίστηκαν έναν έξυπνο τρόπο για να τα προμηθευτούν. Χρησιμοποίησαν τη γοητεία τους. Τα καλοκαίρια, συνήθως, έκαναν παρέα με όμορφες τουριστριούλες, που έρχονταν να απολαύσουν τις διακοπές τους στην Ελλάδα. Λίγο πριν αποχαιρετιστούν, τους έβαζαν διακριτικά μερικά δολάρια μέσα σε βιβλία για να τους στείλουν από το εξωτερικό τους δίσκους που επιθυμούσαν.

Τα πρώτα του μουσικά βήματα σε ηλικία περίπου 16-17 ετών, έγιναν μέσα από το συγκρότημα των «Golden Boys». Ουσιαστικά, ήταν μια μεγάλη παρέα που έκανε το κέφι της παίζοντας ξένη μουσική στη Θεσσαλονίκη και σε κοντινές επαρχίες. Έκαναν πρόβες σε ένα μικρό χώρο μέσα στη ΧΑΝΘ, που ξαφνικά είχε γεμίσει με κόσμο ο οποίος  πήγαινε να τους ακούσει. Κάπως έτσι συναντήθηκε και ο Παπάζογλου μαζί τους. Είχε πάει να παρακολουθήσει κάποια πρόβα. Ήταν φίλος με ένα από τα «Golden Boys», τον Κυριάκο. «Ρε συ Κυριάκο, είπαμε ότι δεν θα έρχεται κανένας στις πρόβες», του είπε ο Μίμης, που αργότερα έγινε από τους πιο αγαπημένους φίλους του Παπάζογλου. Εκείνος, ντράπηκε τόσο πολύ που βγήκε έξω και περίμενε τον φίλο του να τελειώσει την πρόβα. Στο τέλος ο Μίμης του είπε: «Φίλε μου, συγνώμη για τον τρόπο που σε έκανα να φύγεις». Λίγο καιρό μετά, ο Παπάζογλου έγινε μέλος του συγκροτήματος.

Για να κάνουν φωνητικά που θα ακούγονται επαγγελματικά, έμπαιναν στις οικοδομές που είχαν δυνατό αντίλαλο, ώστε να πετυχαίνουν το βάθος και την καθαρότητα που ήθελαν. Ακολούθησαν οι «HitsHickers», που σημαίνει οι «Ωτοστοπατζίδες», όνομα που έδωσαν στο συγκρότημα επειδή τότε πήγαιναν διακοπές με οτοστόπ. «Fratelli», «Olympians», «Μακεδονομάχοι», ήταν η πορεία του Νίκου Παπάζογλου, μέχρι να φτάσει στη Γερμανία για να ηχογραφήσει ένα δοκιμαστικό, το οποίο δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία.

Από τους «Μακεδονομάχους» στο στούντιο «Αγροτικόν»

Ύστερα, γνώρισε τον Διονύση Σαββόπουλο ο οποίος τον είχε ξεχωρίσει στους «Μακεδονομάχους» που, εκείνη την εποχή, χάλαγαν κόσμο στη Θεσσαλονίκη. Η διάλυση του γκρουπ ήρθε όταν η χούντα τους απαγόρευσε να παίζουν όλοι μαζί επειδή ασκούσαν, με τα τραγούδια τους, μεγάλη επιρροή στην νεολαία της εποχής.

Από τους «Αχαρνείς» του Σαββόπουλου γεννήθηκε η επιθυμία για τη δημιουργία στούντιο στη Θεσσαλονίκη. Χωρίς δραχμή στην τσέπη, έχοντας μόνο το μεράκι και το ταλέντο του μαστορέματος, ξεκίνησε να φτιάχνει κονσόλες και να συνδέει καλώδια. Έτσι γεννήθηκε το «Αγροτικόν». Ένας χώρος για τους φίλους της μουσικής. Όχι μόνο για τα γνωστά ονόματα της εποχής, αλλά και γα τους καλλιτέχνες που δεν είχαν τη δυνατότητα για την παραγωγή ενός δίσκου και ήθελαν στήριξη. Ο Παπάζογλου αναλάμβανε τις παραγωγές, ενώ πάνω στα βινύλια έγραφε «Παραγωγή: Στρογγυλοί Δίσκοι», με σήμα το κουλούρι Θεσσαλονίκης. Στο Αγροτικόν βρέθηκαν σημαντικοί καλλιτέχνες: Χάρις Αλεξίου, Μάνος Χατζιδάκις, Μανώλης Ρασούλης, Διονύσης Σαββόπουλος.

Ο Νίκος Παπάζογλου μαζί με τη γυναίκα του Βαρβάρα, όργωναν την Ελλάδα με ένα Volkswagen, το οποίο είχαν μετατρέψει σε σπίτι και γραφείο μαζί. Αργότερα, προστέθηκαν και τα δυο παιδιά τους. Η Αδελαΐδα και ο Αλέξανδρος. Δεν συμπάθησε ποτέ την ιδέα του σπόνσορα. Προτιμούσε να οργανώνει ο ίδιος τις εμφανίσεις του, με κάθε κόστος. Δισκογραφικά, από όλες του τις παραγωγές, η πιο αγαπημένη για τον κόσμο υπήρξε το «Χαράτσι», μέσα στο οποίο ακούγεται για πρώτη φορά ένας πιο μοντέρνος ήχος, από συνθεσάιζερ. «Καρυάτιδα», «Υδροχόος», «Αύγουστος», «Πέρασα έτσι δίχως λόγο», «Λεμόνι στην πορτοκαλιά», ήταν μερικά κομμάτια του δίσκου που αγαπήθηκαν.

Ο Νίκος Παπάζογλου ήταν λάτρης της ποίησης. Τη μελετούσε σε βάθος, πολλές φορές στο γραφείο του παρέα με  ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόταν τα ίδια ενδιαφέροντα. Για τον ίδιο λόγο μελοποίησε και ποίημα του Σκαρίμπα που δεν έγινε τόσο γνωστό.

Το παρατσούκλι  ο «κεραμιδόγατος»

Εκεί, στην οδό Επταλόφου με Φρυνίχου, στην Τούμπα, οι τοίχοι είναι ποτισμένοι από τις χαρές και τις λύπες του. Πίσω από την πόρτα υπάρχει ακόμα η αφίσα που αποτελεί, ίσως, την πιο χαρακτηριστική εικόνα του. Στην πραγματικότητα, είναι μια φωτογραφία που είχε τραβήξει η γυναίκα του, ένα πρωί που θα ξεκινούσαν με το ιστιοφόρο τους για καλοκαιρινές διακοπές.

«Το παράπονο»

Οι δικοί του άνθρωποι υποστηρίζουν ότι ο Νίκος Παπάζογλου πέθανε για πρώτη φορά στις 9 Μαΐου 2009, όταν άδειασε το «Αγροτικόν». Άλλο ένα μεγάλο παράπονο ήταν η άρνηση της πολιτείας για την αξιοποίηση των εγκαταστάσεων που προσέφερε αφιλοκερδώς ο καλλιτέχνης στους νέους μουσικούς, ώστε να εξασκούνται και να μαθαίνουν μουσική. Έτσι, όλα κατέληξαν στο χυτήριο. Όλα έγιναν πολτός. Ο Νίκος Παπάζογλου πάλευε αθόρυβα για μεγάλο διάστημα με την αρρώστια. Ήταν μαζί με τους δικούς του ανθρώπους έως την τελευταία του πνοή. Έφυγε στο σπίτι του, στις 17 Απριλίου 2011. Είναι κάτι στιγμές, σαν μικρές πινελιές ζωγραφιάς που δεν έχει τελειώσει, λείπουν λίγα ακριβά των χρωμάτων νερά, για να δώσουν του τόπου τη γνώση. Για τους κήπους της γης, για το ροζ της αυγής, για το κύμα που απόμεινε μόνο να χαϊδεύει με αφρούς τους πικρούς μας καημούς και να διώχνει της πίκρας τον πόνο.

“Αύγουστος”

Τον Ιούνιο του 1978, ο εγκέλαδος χτύπησε τη Θεσσαλονίκη και ήταν καταστροφικός. Το σπίτι του Νίκου Παπάζογλου καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς και ήταν πλέον επικίνδυνο να ζείς σε αυτό. Αυτό το γεγονός ανάγκασε τη σύζυγό του Βαρβάρα και τη νεογέννητη κόρη του Μαρία-Αδελαΐδα να μετακομίσουν για λίγο καιρό στην Αμερική.

Στο διάστημα που ήταν μόνος, δέχτηκε μια πρόσκληση από το Διονύση Σαββόπουλο να πάει να μείνει στο σπίτι του στο Πήλιο. Εκεί γνώρισε μια πανέμορφη γυναίκα. Μια γνωριμία η οποία τον συγκλόνισε και του δημιούργησε σκέψεις και αισθήματα τα οποία αποφάσισε να τα πνίξει βαθιά μέσα του. Έφυγε από το Πήλιο και γύρισε στη Θεσσαλονίκη. Στο μυαλό του είχε ήδη γράψει τους στίχους του ”Αυγούστου”. Μέσα σε είκοσι λεπτά είχε ολοκληρώσει το τραγούδι.

Ήταν το 1986, και είχαμε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά τον δίσκο «εσύ και αν γίνεις υπουργός» με τον Ρασούλη. Είχα πάρει ένα τρίχορδο μπουζουκάκι που δεν έμαθα ποτέ να παίζω, αλλά εκεί πάνω στο τρίχορδο μου βγαίνει μια μουσικούλα, το κουπλέ του «Πότε Βούδας». Ήταν ωραίο… Πολλοί λένε: «Πώς γράφεις την μουσική αφού δεν ξέρεις να παίζεις ένα όργανο;». Δεν είναι, όμως, θέμα οργάνου, η μουσική. Το όργανο, κυρίως, βοηθάει το μυαλό και όχι το μυαλό το όργανο» ο συνθέτης Πέτρος Βαγιόπουλος αφηγείται την παράξενη δημιουργία του «Πότε Βούδας, πότε Κούδας» στην Κρυσταλία Πατούλη.

Λέω λοιπόν ας γράψουμε το τραγούδι με το μυαλό και μετά το περνάμε στην κιθάρα. Είχαμε τότε μαγνητοφωνάκι. Το γράφεις στο μαγνητοφωνάκι, το ακούς, αν σου αρέσει το κρατάς αν δεν σου αρέσει το σβήνεις. Όπως γίνεται και με τον στίχο, τον γράφεις σε ένα χαρτί κι αν δεν σου αρέσει το σβήνεις.

Μετά έγραψα την εισαγωγή και έγινε ένα ωραίο τσιφτετέλι, αλλά χωρίς στίχο! Οπότε, άρχισα να ψάχνω τον Μανώλη στην αδερφή του, στη φίλη του, στη Θεσσαλονίκη, στην Κρήτη. Ο Μανώλης χανόταν ως συνήθως, τότε δεν υπήρχαν και τα κινητά, οπότε άντε να τον βρεις…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *