Η Χριστίνα Μαξούρη είναι γεννημένη για τα μεγάλα φτερουγίσματα. Σε ένα απλό και λιτό σκηνικό με πολυθρόνα, τριαντάφυλλα, και φωτάκια. Χώρος για μουσική δημιουργία και μυσταγωγία στο λιλιπούτειο θέατρο Μετς.
Ξύλινη ερμηνεία τόσο όσο αποστασιοποιημένη που αφομοιώνει το τραγούδι και το επιστρέφει με τις δικές της αρετές, κατακτώντας το και δίνοντας του νέα πνοή και μορφή. Σαν την πάλη του μεσημεριού με το μεσονύχτι.
Η Χριστίνα Μαξούρη είναι καλλιτέχνιδα με Ντουέντε, η οποία αντλεί την ενέργεια για την παρουσία της, στο πάλκο, κινητοποιώντας κάθε χιλιοστό, εξαφανίζοντας την απόσταση από τα μόρια του αέρα και ενώνοντας τα αρώματα με τις ανάσες. Σχέσεις που ξεκινούν με ένταση, όμως, δεν έχουν τις προϋποθέσεις να αντέξουν. Όχι, απαραίτητα, επειδή δεν υπάρχει αγάπη αλλά επειδή λείπει ο σωστός συγχρονισμός. Η εμπειρία ή η υπομονή. Κάθε σχέση είναι ένα ταξίδι. Χρειάζεται να ξέρεις πότε έρχεται κύμα και να προσαρμόζεσαι.
Εγκώμιο για το σιγανό τραγούδισμα και το ψιθύρισμα. Ακόμα και τα ψεύτικα άνθη και ο βαθυκόκκινος φωτισμός την ντύνουν και τη συνοδεύουν, αρμονικά. Όπως ο άνθρωπος που δεν μπορεί να επιλέξει τι να ξεχάσει…
Πρόκειται για παρουσία που καθηλώνει και μαγνητίζει με γοητεία, αυστηρότητα και ήρεμο, απλό και ευγενικό χαμόγελο, τους θεατές. Η προσοχή τους βρίσκεται, αποκλειστικά, σε εκείνη και όχι σε οτιδήποτε άλλο επάνω στη σκηνή. Ανεξάρτητα από το γεγονός πως αναφερόμαστε σε πολύ καλή ηθοποιό, η ειδοποιός διαφορά της είναι ότι επιλέγει να παρουσιάσει πνευματικές και κοπιώδεις εργασίες που κάτι έχουν να πουν. Πατούν στο συλλογικό υποσυνείδητο ανθρώπων του περιθωρίου, του μόχθου και του μεροκάματου. Κατατρεγμένους και ερωτικά απογοητευμένους. Δεν επιζητά να κολακεύσει με όσα διαλέγει, αλλά να θυμίσει και να τιμήσει δημιουργούς και αλύτρωτες μνήμες. Οι λέξεις, πάναγνες, παραδίδονται στις νότες και μαζί πλάθουν έναν παροντικό χρόνο, τριών λεπτών!
Αν η σιωπή είναι κατοικημένη από τη γλώσσα, τότε η σύνθεση και σύνδεση του τραγουδιού και της αφηγηματικής δεινότητας της στην εξέλιξη της πρόζας, καταργούν τις δικαιολογίες του φόβου. Μιλούμε για εξαίσια αρτιότητα, χωρίς τίποτε το περιττό. Θέατρο συνόλου που καθορίζει, πείθει και είναι αληθινό μέσω της ρεαλιστικής απεικόνισης και της τεχνικής. Αναγνωρίζεις τον άνθρωπο. Τα προτερήματα και τα ελαττώματά του, τα συναισθήματά του. Θέατρο που μοιάζει με το σινεμά. Σε αντίθεση με το φορμαλιστικό, εξωστρεφές, θέατρο που βασίζεται στον ήχο και τη φωνή και, σπανίως, συγκινεί.
Το παρακάτω, με επιρροή από το μοτίβο του αραβικού χορού του Τσαϊκόφσκι.
Οι μεγάλοι τραγουδιστές δεν τραγουδούν ποτέ μονάχοι τους και αυτό είναι που τους ξεχωρίζει από τους «καλούς», τους «καλλίφωνους» τραγουδιστές, δεν τραγουδούν ποτέ μονάχοι τους.
Βγαίνει η Βίκυ Μοσχολιού στο παράθυρο, στα κόκκινα φανάρια και στο λαιμό της, μαζί με το χρυσό σταυρό της, φέρνει, έχει χίλιες κοπέλες, χίλιες γυναίκες στο πλευρό της.
Το τραγούδι μας αυτό είναι, γραμμένο για εκείνη και για τις γυναίκες που τραγουδούν μαζί της και θα τραγουδούν για πάντα μαζί της, όπως συμβαίνει και με όλους τους μεγάλους τραγουδιστές.
Ποτέ δεν τραγουδάνε μοναχοί τους. Χιλιάδες άλλοι μέσα στη φωνή.Θοδωρής Γκόνης
