Από τον καιρό που το φεγγάρι κατακτήθηκε από τον άνθρωπο έχει χάσει τη γοητεία του. Ξεκίνημα που εκμηδενίζει τις χρονικές αποστάσεις. Η Πραξαγόρα είναι σύγχρονη γυναίκα. Εμφανισιακά και κοινωνικά ανεξάρτητη. Οικογενειακά, υποζύγιο ευθυνών και ισορροπίστρια του άβουλου πνεύματος του συζύγου της.
Όταν η παρούσα ζωή δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του ανθρώπου, όταν οι συνθήκες του παρόντος φαίνονται να επιδεινώνονται ολοένα και περισσότερο, είναι συνηθισμένο να ονειρεύεται κανείς μιαν άλλη ζωή και έναν άλλο κόσμο, οι οποίοι δεν είναι απλώς διαφορετικοί από τον παρόντα, αλλά αποτελούν – πρωτίστως- μιαν εξιδανίκευση του.
Στον κόσμο της αρχαίας αττικής καλλιτεχνικής πρακτικής, ο μόνος χώρος στον οποίο οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να προβληθούν και να δράσουν ισότιμα στο πλάι των ανδρών, ήταν ο χώρος της θεατρικής μυθοπλασίας.
Η πολυποίκιλη πινακοθήκη της θηλυκότητας εμπλουτίζεται ακόμη περισσότερο στην περίπτωση της αρχαίας αττικής κωμωδίας, η οποία αντλούσε πρόσθετο υλικό από την αθηναϊκή κοινωνική καθημερινότητα, κινούμενη συνεχώς στο ολισθηρό έδαφος μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, ψευδαίσθησης και βιωματικής ταύτισης, κριτικής απόστασης. Εν μέσω του Πελοποννησιακού Πολέμου ο Αριστοφάνης γράφει το 411π.Χ, τη Λυσιστράτη. Περίπου 20 χρόνια αργότερα, η Πραξαγόρα (πράττω και αγορά) από τις Εκκλησιάζουσες (προτελευταία σωζόμενη κωμωδία του) συμπληρώνει το μωσαϊκό των πρώτων, παγκοσμίως, γυναικείων πρωταγωνιστικών ρόλων, στο μεταίχμιο της Αρχαίας και της Μέσης Κωμωδίας του 4ου αιώνα. Στη συγκεκριμένη κωμωδία έχουμε την εξής καινοτομία. Οι Γυναίκες μέσω της διπλής μεταμφίεσης, γίνονται Άνδρες. Δηλαδή, άνδρες ηθοποιοί υποδύονται γυναίκες που μεταμφιέζονται εκουσίως σε άνδρες!
Η Πραξαγόρα με το Χορό σύμμαχό της, επιβάλουν κάτι πρωτόγνωρο για την αθηναϊκή κοινωνία. Καταλαμβάνουν της εξουσία και επιβάλλουν κοινοκτημοσύνη. Επί αγαθών και προσώπων. Κοινωνική, οικονομική και εκπαιδευτική ισότητα ανάμεσα σε όλα τα μέλη της πόλης. Συγκρούεται το ατομικό συμφέρον με τη συλλογική ευημερία.
Η παράσταση ξεκινά με το χαρακτήρα του Χρέμη ο οποίος αφηγείται το αξιοσημείωτο αποτέλεσμα της συνέλευσης με τη συνεδρίαση και απόφαση των γυναικών να αναλάβουν την εξουσία, στο σύζυγο της Πραξαγόρας, τον Βλέπυρο. Ο Χρέμης περιγράφει ως θέμα της συγκεκριμένης συνέλευσης τη σωτηρία της πόλης (396). Η Πραξαγόρα χρησιμοποιεί ένα λυχνάρι σαν μέσο που καθοδηγεί τις γυναίκες από τον ιδιωτικό τους χώρο στην κοινή συμπόρευση. Παράλληλα, για να μην κινήσουν υποψίες, τις καλεί να βάλουν ψεύτικα γένια και να κλέψουν τα ρούχα των συζύγων τους προκειμένου να γίνουν πιστευτές και να πάρουν το λόγο στην Εκκλησία του Δήμου.
Ο Αριστοφάνης με τα λόγια της Πραξαγόρας, τονίζει ότι για να πετύχει το σχέδιο, πρέπει όλα να είναι στην εντέλεια. Η ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από τις γυναίκες στην Αθήνα θα μπορούσε να αποτελέσει το κλειδί για τη σωτηρία της πόλης. Μαζί με την πιθανή, ιδεατή, έκβαση, ο συγγραφέας, ενδιαφέρεται και για την ουσιαστική ιδιότητα του πολίτη της πόλης με την παρουσία ενώπιον των υπολοίπων.
«Όλα θα ‘ναι κοινά κι όλοι θα ‘χουνε σ’όλα μερτικό για να ζουν, δεν θα υπάρχουν πια νηστικοί και χορτάτοι. Μήτε ο ένας πολλά θα χει στρέμματα γης και ο φτωχός μηδέ τάφο. Μήτε αυτός σκλάβους πλήθος κι εκείνος κανέναν. Θα χουν όλοι οι πολίτες τα πάντα ίδια κι όμοια (588-92)».
Η Πραξαγόρα θεωρεί ότι η προοπτική μιας αναδιανομής, η οποία μεταβάλλει ριζικά τα ίδια τα θεμέλια της ανθρώπινης δράσης, μπορεί να πραγματοποιηθεί διαμέσου της πειθούς. Υπάρχουν γέλια φορτισμένα με καυστικότητα απ’την οποία δεν απουσιάζει η χάρη, όπως υπάρχουν κι άλλα που τα συνοδεύει ο σαδισμός και ο πόνος. Είναι, επίσης, δυνατό, μέσω του γέλιου να δημιουργηθεί ένας κόσμος, ανθρώπων και θεών συμπεριλαμβανομένων.
Ο Αριστοφάνης στις Εκκλησιάζουσες και στον Πλούτο, εμμέσως, απορρίπτει την ιδέα ότι η αιφνίδια και ριζική αναδιανομή του πλούτου είναι μια ρεαλιστική δυνατότητα. Όμως, μέσα από τη γραφή του δεν προκύπτει ότι υποστηρίζει αναγκαστικά τη διατήρηση του άνισου και άδικου status quo.
Στον Ησίοδο συναντάμε το αρχέτυπο εκείνου που αργότερα θα αποτελέσει τη βάση της ουτοπίας και της ουτοπικής σκέψης ως θεωρητικής σύλληψης μιας τέλειας πολιτικής οργάνωσης.
Το αδιέξοδο της κωμωδίας έγκειται στο γεγονός ότι η ουτοπική κοινοκτημοσύνη απαιτεί κανόνες. Διότι, υπεισέρχεται η προσωπική κρίση και θέληση. Αδιέξοδο πολλών θεωρητικών συστημάτων που καλλιεργούν μία «αντί» τάση χωρίς να έχουν βάσιμη, θεωρητική και μεθοδολογική πρόταση. Όχι, ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης, με άλλα λόγια – να έρθουν τα πάνω κάτω και τούμπαλιν- αλλά διαμόρφωσης μιας άλλου τύπου κοινωνίας. Με διαφορετικές δομές και θεμέλια. Να θυμίσουμε ότι κάποτε, όχι τόσο μακριά, η Θάτσερ και η Μέρκελ ήταν στον πρωθυπουργικό θώκο. Οι ευκολίες και οι απλουστεύσεις, είναι παραπειστικές. Το θέμα δεν είναι ποτέ το φύλο αλλά η κατεύθυνση. Η τελευταία, καλώς ή κακώς, έλκει την καταγωγή της από τις σχέσεις παραγωγής οι οποίες, σε δεύτερο βαθμό, έμμεσα ή άμεσα, αντανακλούν στις υπόλοιπες μορφές σχέσεων. Είτε ως μονήρεις αναπαραστάσεις, στεγνές και άκριτες είτε σαν πεδίο άρνησης και πάλης των αντιθέτων.
Στις Εκκλησιάζουσες, ο πρώτος σκόπελος είναι η ιδιοκτησία της γης. Ο δεύτερος, οι δικαστικές αποφάσεις. Ο τρίτος που συγκεντρώνει έντονες αντιρρήσεις είναι η ερωτική απελευθέρωση. Για να προσεγγίσεις την υποτιθέμενη τελειότητα της σάρκας, οφείλεις να ικανοποιήσεις τα γούστα, λιγότερο επιθυμητών ανθρώπων. Το εύρημα που γκρεμίζει όσα με κόπο χτίστηκαν!
Το γέλιο καταφέρνει με την πληθωρική ευθυμία του να ξαναζωντανέψει τις πάλλουσες δυνάμεις που κρύβονται στους κόλπους της φύσης. Γέλιο μαγικό, γέλιο ποιητικό, τελετουργικό, λειτουργικό, γέλιο που ευθυγραμμίζεται με τις φυτικές δυνάμεις, που αντιστρέφει τους ρόλους, που κατευνάζει ή κοιμίζει τα ανταριασμένα κύματα του πελάγους.
Συμπερασματικά, υπάρχουν δύο τάσεις για την κίνηση της ανθρωπότητας στην πορεία των αιώνων. Η μία επιδιώκει την ευτυχία της μέσα από την υλική ευημερία, τη βύθιση της ατομικότητας του ανθρώπου μέσα στην ομάδα και το μεγαλείο του κράτους. Η άλλη, ενώ απαιτεί ένα ορισμένο επίπεδο υλικής άνεσης, φρονεί ότι η ευτυχία είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης έκφρασης της ανθρώπινης προσωπικότητας και δεν πρέπει να θυσιάζεται σ’έναν αυθαίρετο ηθικό κώδικα ούτε στα συμφέροντα του κράτους.
Ήταν μια ιστορία για ανθρώπους που κουράστηκαν να περιμένουν. Γιατί έτσι είναι ο άνθρωπος. Πλάσμα παράξενο…
(…) Και ίσως αυτό είναι το μόνο που έχουμε: την ικανότητα να φανταζόμαστε. Να δοκιμάζουμε. Να αποτυγχάνουμε. Να σηκωνόμαστε. Γιατί ουτοπία δεν είναι ο τόπος όπου φτάνεις. Είναι ο δρόμος που ανοίγεις όταν σου λένε πως δρόμος δεν υπάρχει.
