ΑφιέρωμαΠοίησηΤέχνες

Mανόλης Αναγνωστάκης: Η σύνθεση του ερωτικού και του πολιτικού υποκειμένου σ’ ένα αλληγορικό ποιητικό αφήγημα μακράς διάρκειας

2ο μέρος

2. Ο ποιητικός πολιτικός ακτιβισμός του Μ. Αναγνωστάκη

Kανείς δεν αμφισβητεί την πολιτική ή ιδεολογική διάσταση της ποίησης του Αναγνωστάκη, ιδιαίτερα αυτής του Στόχου (1970), που σηματοδοτεί την αφετηρία της τρίτης φάσης στην ποιητική του εξέλιξη και συνιστά, κατά τον Βαγενά, τη μόνη συλλογή ποιημάτων του η οποία δικαιώνει την «ετικέτα του πολιτικού ποιητή που έχει επικολληθεί στο συνολικό έργο του  Αναγνωστάκη» (Βαγενάς, 1996, 295). Πολιτικού, όμως, με την ευρεία έννοια του όρου, του δημιουργού ενός ποιητικού έργου που τα συστατικά του προέρχονται κατά προτεραιότητα «(και όχι κατ’ αποκλειστικότητα) από την πολιτική του συνείδηση και την προσωπική του στάση και συμμετοχή απέναντι στα συνταρακτικά πολιτικά γεγονότα της εποχής του -τα οποία δημιουργούν το ιδανικό πλαίσιο για την ανάπτυξη πολιτικού ποιητικού λόγου» (Σουλιώτης, 1996, 119) ρυθμίζονται λίγο, πολύ ή και απόλυτα από αυτές (Κοκόλης, 1996, 148), αλλά δεν δεσμεύονται σε ιδεολογικές οδηγητικές/κανονιστικές αρχές ούτε υποκύπτουν στη στρατευμένη λογική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, τα 13 ποιήματα που ενσωματώνονται στη συλλογή, αποτελούν την έκφραση ενός ποιητικού πολιτικού ακτιβισμού σε μια περίοδο ακραίων πολιτικών καταστάσεων και πολιτικής υπερέντασης, ορμώμενου από την κοινωνική ευαισθησία του Αναγνωστάκη και στοχευμένου στην αποκάλυψη της ρεαλιστικής πραγματικότητας και της παθολογίας της, όπως εκδηλώνεται στη συμπεριφορά γνωστών και αγνώστων, φίλων και συνοδοιπόρων, που ξεπούλησαν την ανθρωπιά και την αξιοπρέπειά τους προδίδοντας αξίες, ιδανικά κι οράματα:

«Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ / Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι, / Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω / Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

………………….

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά». [«Στο παιδί μου», Ο Στόχος, (1970)]

 «–Το τί δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις / Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια, / Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας / Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια / Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά / Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε. / Για ποιά ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;» [«Ποιητική», Ο Στόχος, (1970)]

«Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απ’ όξω / (Έτσι χοντρά-χοντρά) παράγων πια τρανός της καταστάσεως /-όπως, εδώ που τα λέμε, της κάθε μέχρι τώρα καταστάσεως. Να γίνεις, λέει, Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος / Κι εσύ μια φορά στην κοινωνία, να δουλέψεις γι’ αυτή τη δόλια την πατρίδα / Και να σου δίνει συμβουλές εν ονόματι της παλιάς παλιάς φιλίας και του ‘… για θυμήσου’». [«Αισθηματικό διήγημα», Ο Στόχος, (1970)]

Με τον Στόχο, ο ποιητής εκφράζει την οργισμένη αντίδρασή του στην κοινωνία του, με την οποία έρχεται σε μετωπική σύγκρουση χρησιμοποιώντας ως όπλο της πολεμικής του την ποίηση, «την ιερότερη εκδήλωση του ανθρώπου», – μεταστοιχειωμένη σε «μέσον, υποζύγιον σκοτεινών επιδιώξεων».

«Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις, / Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου / Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον / Των σκοτεινών επιδιώξεών σας / Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε / Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους». [«Ποιητική», Ο Στόχος, (1970)]

Στον Στόχο ο Αναγνωστάκης επιλέγει ενσυνείδητα (και προκλητικά) να υποτάξει τις μορφικές αρετές και τις αισθητικές λειτουργίες των ποιημάτων στο πολιτικό περιεχόμενο· να προσαρμόσει τον λόγο στο ρεαλιστικά αντικειμενικό απογυμνώνοντάς τον από κάθε μορφής εκφραστικούς ακκισμούς -προκειμένου να εξαντλήσει η ποιητική λειτουργία την παραστατική της δύναμη και την κοινωνική της αποτελεσματικότητά- αλλά και αποφεύγοντας την παραμέληση των ουσιωδών στοιχείων της ποιητικής μορφής, η οποία θα μετέτρεπε την ποίησή του σε προπαγάνδα. Απώτερος στόχος του, μέσα από τη σύγκρουση με το κατεστημένο, «όσο πιο φωναχτά εναντίον του», σύμφωνα με τον ίδιο (Αναγνωστάκης, 1992), και την καταγγελία της κοινωνικής σήψης κι αποδιάρθρωσης που επικρατεί, να εκπληρώσει το χρέος του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο ως βαθιά πολιτικοποιημένο υποκείμενο και όχι ως κομματικά στρατευμένος λογοτέχνης:

 «Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις. / Ε ναι λοιπόν! / Κηρύγματα και ρητορείες. / Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις / Να μην τις παίρνει ὁ άνεμος». [«Ποιητική», Ο Στόχος, (1970)]

Έτσι συμπλησιάζει με τη νεωτερική ποίηση του μοντερνισμού μέσα από μια δήλωση ποιητικής, που πραγματεύεται, στην ουσία, τα μέσα δημιουργίας του ποιήματος, το αναγορεύει σε ποίημα ποιητικής.

Παρά το γεγονός, ωστόσο, ότι χάρη στην ιστορική συγκυρία ο Αναγνωστάκης αποφάσισε να αντιδράσει ποιητικά «μαρτυρώντας» την περιπέτεια του συνόλου και «συμμαρτυρώντας» με την αγωνία της ευρύτερης ομάδας, η ποίησή του στον Στόχο δεν είναι ολοκληρωτικά και αμετάκλητα πολιτική. Ακόμη και σ’ αυτή την πολιτική περιπέτεια, δεν απαλλάσσεται, κατά βάθος, από την προβληματική της υπαρξιακής βιοθεωρητικής αγωνίας του ούτε αποποιείται τον πρωτεϊκό αισθηματικό/ερωτικό χαρακτήρα της, αν και η απορρόφηση του προσωπικού βιώματος από τη συλλογική εμπειρία, τον συσκοτίζει προσδίδοντάς του ηθικά, απολογιστικά αλλά και απολογητικά δραματική διάσταση (Δάλλας, 1996, 239-240).

 «Το θέμα είναι τώρα τι λες / Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε / Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ / Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας /

…………………………………

Το θέμα είναι τώρα τι λες» [«Πρόλογος», Ο Στόχος, (1970)]

 «Αλλά, βρε αδελφέ, πώς να το κάνουμε, κάποτε ήπιαμε μαζί κρασί, / Χωθήκαμε στη οδό Αρριανού κυνηγημένοι από τους πεταλάδες, /Φιλήσαμε τα ίδια κορίτσια, αλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα /

(Πολύ ρομάντζο όλα αυτά, συναισθηματικά, λες δεν το ξέρω, / Κι η ζωή θέλει σκληρότητα –μένα μου λες- και «ρεαλισμό» κυρίως) [«Αισθηματικό διήγημα», Ο Στόχος, (1970)]

Η σύζευξη της ιδεολογίας με το ερωτικό αίσθημα και η έκφραση της -χωρίς διέξοδο και μεταφυσική- υπαρξιακής αγωνίας, ως προϊόντων του συγκερασμού της ψυχοσύνθεσης του ποιητή, του πολιτικού κοσμοειδώλου του, των προσωπικών τραυματικών του βιωμάτων – εγγεγραμμένων στο συλλογικό βίωμα- και της ατομικής του ηθικής στάσης στη διαλεκτική σχέση του με τον «έξω κόσμο», διαποτίζουν όλη την ποίηση του Αναγνωστάκη προσδίδοντάς της τον ιδιότυπο χαρακτήρα ενός αλληγορικού ποιητικού αφηγήματος μακράς διάρκειας με διφορούμενο αντικείμενο, ερωτική στόχευση, αλλά πολιτικό στόχο. Εξ ου και οι διαπεραστικές παύσεις, ρωγμές, τομές και ασυνέχειες που το χαρακτηρίζουν –απόρροια των επιμέρους διαθέσεων της ποίησής του, ως έκφρασης ενός πολυσήμαντου και αντιφατικού ποιητικού υποκειμένου:

Εκφράσεις του υποκειμένου αυτού είναι η ερωτική επιθυμία και η αίσθηση της φθοράς του ερωτικού αισθήματος,

«Κι ύστερα θά ‘ρθει. Είναι, ας πούμε, μια νέα γυναίκα / Είναι ντυμένη μ’ ένα πράσινο φόρεμα / Έχει για στήθια δυο κούπες δυνατὸ κρασὶ» [«Η προδοσία» – Συνέχεια ΙΙ, 1956]

«Θά ‘ρθει μια μέρα που δε θά ‘χουμε πια τί να πούμε / Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια / Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε / βρίσκω άλλο τρόπο να σ’ το πω / Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να / πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε» [«Θά ‘ρθει μια μέρα …» – Εποχές Ι, (1945)]

Ακόμη έκδηλη είναι η τυραννία της μνήμης, η οποία για τον ποιητή ταυτίζεται με την ύπαρξη – «θυμούμαι άρα υπάρχω» (Αναγνωστάκης, 1992)- κατ΄ αναστροφή του Καρτεσιανού cogito ergo sum, που υποδηλώνει και νεωτερική αντίληψη για το ποιητικό υποκείμενο, σχετικιστικό και εσωστρεφές.

«Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους» [«Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι» – Συνέχεια Ι, (1954)]

«Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς / Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς / Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας» [«Πέντε μικρά θέματα», Εποχές Ι, (1945)]

Διακρίνονται, επίσης, η οδύνη της ατομικής μοναξιάς στα διαλείμματα της κοινωνικής συνύπαρξης αλλά κι αυτής μες τη συλλογικότητα, της ερημιάς και της απώλειας

«Μα πού τελειώνει η μοναξιά;» [«Κάθε πρωί» Συνέχεια Ι, (1954)]

«Όρθιοι και μόνοι μες τη φοβερή ερημία του πλήθους» [«Μιλώ …» Η Συνέχεια ΙΙ, (1956)]

«Ερειπωμένοι τοίχοι. Εγκατάλειψη. / Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα» [«Τοπίο» – Παρενθέσεις, (1956)],

καθώς και η μηδαμινότητα της ζωής, η διάψευση των κοινωνικών οραμάτων και της ματαιότητας των πραγμάτων, της μη ύπαρξης –του θανάτου.

«H μόνη ανάπαυση της ζωής του / Η μόνη του στερνή ικανοποίηση / Να κείτεται μαζί μας τους αφέντες του / Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο» [«Επιτάφιον» – Εποχές Ι, (1945)]

«Κι όχι αυταπάτες πια» [«Επίλογος» – Στόχος, (1970)]

«Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια» [«Αφιέρωση» – Στόχος, (1970)]

Για τον Αναγνωστάκη, η ποίηση δεν είναι η έμπνευση της στιγμής ούτε η επαγγελματική ευθύνη της καθημερινής του ζωής. Είναι ο μόνος τρόπος αντίδρασης για να «αντέξει» την εποχή του, της οποίας αξιώθηκε να γίνει ο σημαντικότερος φορέας κι εκφραστής μέσα από μια ποιητική πορεία που δεν είναι απλά συνυφασμένη με την ατομική του περιπέτεια, αλλά «κι ολόκληρη βαδίζει πάνω στα χνάρια της ζωής του, με αργές μετασταθμεύσεις και βραδύτατες ανανεώσεις (Στεργιόπουλος, 1996, 66).

Από τον κύκλο των Εποχών σ’ αυτό των Συνεχειών κι από κει στον Στόχο, το Περιθώριο, το Υ.Γ. και τον Μανούσο Φάσση, ο Αναγνωστάκης αφηγείται το προσωπικό του δράμα «διαμορφώνοντας την ποιητική του φυσιογνωμία μέσα από τα βασανιστικά πάθη μιας τραγικής εποχής που γκρέμισε τον «εδεμικό» παράδεισο της παιδικής του αθωότητας» (Βαγενάς, 1996, 297), μέσα στον οποίο «η ίδια η ζωή ήταν κι αυτή όμορφη» [«Τώρα», Εποχές]· καταρράκωσε τα εφηβικά του όνειρα, ζυμωμένα με έρωτα και πίστη στη ζωή, «λεηλάτησε τις μέρες» [«Το καινούριο τραγούδι Ν.Μ.» – Εποχές] μιας νεότητας που τις προσδοκούσε «φορτωμένες πολύχρωμα οράματα» [«Χάρης 1944» – Εποχές] και σύντριψε τις ελπίδες του.

Τρεις είναι, κατά συνέπεια, οι βασικές ορίζουσες της ποίησης του Αναγνωστάκη: τα οδυνηρά βιώματά του και το προσωπικό του «μαρτύριο» -αντιπροσωπευτικά μιας γενιάς που έζησε στο επίκεντρο των περιπετειών και των δοκιμασιών της Κατοχής και του Μεταπολέμου και αναλώθηκε σωματικά και ψυχικά στη δίνη των γεγονότων τους· η ιδεολογική προβληματική του στο πλαίσιο των ιστορικών και κοινωνικών συγκειμένων της· και ο αντίχτυπός τους στο θυμικό του ποιητή, που προκαλεί την ανάδυση του συναισθήματος, του ερωτισμού και της «υπαρξιακής αγωνίας. Ο συγκερασμός τους διαμόρφωσε τον « «συσχετισμό βάσης» για να σαρκωθεί και να ακουστεί η ποιητική φωνή του, πολύμορφη και πολύτονη, άλλοτε τρυφερά χαμηλόφωνη και εξομολογητική και άλλοτε υψηλόφωνα καταγγελτική, άμεσα ρεαλιστική και ερμητικά αλληγορική, ρομαντική και πικρά σκεπτικιστική –πάντοτε, όμως, μαγικά αισθαντική» (Δάλλας, 2007, 53-59) και στοχαστικά επιλεγμένη για να εκφράσει «την αγωνία και το άγχος για την εποχή του».

Υπ’ αυτή την έννοια, η ποίηση του Αναγνωστάκη, που έχει φυσικό αποδέκτη της τον αγωνιώντα και αγωνιζόμενο άνθρωπο, έχει έντονα υπαρξιακή διάσταση -ιδίως η παραγωγή του πριν τον Στόχο- την οποία της προσδίδουν η αναγωγή των προσωπικών του βιωμάτων σε χρονικό της ελληνικής συλλογικής μοίρας μιας περιόδου που άφησε ανεπούλωτες πληγές και η κατάθεση των ατομικών εμπειριών του, μεταστοιχειωμένων σε καθολικές, μέσα από τη διαλεκτική σύνθεση του υποκειμενικού του συναισθήματος και της κοινωνικής απόγνωσης. Απώτερος στόχος του, να επιτελέσει διπλό ηθικό χρέος, απέναντι στον εαυτό του, απ’ τη μια, διεκδικώντας την αξιοπρέπειά του και απέναντι στην κοινωνία, απ’ την άλλη, υπηρετώντας το κοινωνικό σύνολο: όχι καθοδηγώντας, «διδάσκοντας» και προσηλυτίζοντάς το, μέσα από την υπέρβαση κομματικών ταμπελών αλλά με την εμμονή στην πολιτική λειτουργία της ποιητικής του, ως έκφρασης της ανθρώπινης συνείδησης απέναντι σε θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνικής ζωής. Ο Αναγνωστάκης, στρατεύθηκε, όντως. Στρατεύθηκε στον πολυδιάστατο άνθρωπο και τα προβλήματά του, τις χαρές και τις αγωνίες του, τα πάθη και τα βάσανά του, την απογοήτευση και την προσμονή, τις ψευδαισθήσεις και τα οράματά του. Και πέτυχε το μοναδικό: να γράψει μια «ωδή στην προσπάθεια υπέρβασης της ανθρώπινης οδύνης» (Βαγενάς, 1996, 301), από την οποία εκπορεύεται, θεωρούμε, η διαχρονικότητα του έργου του σε πείσμα της ιστορικότητάς του.

Ετικέτες

Related Articles

Back to top button
Close
Close