Το 1975 ο Γιώργος Νταλάρας ηχογράφησε το δίσκο 50 Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι. Πήρε φως από το λυχνάρι του παρελθόντος, αγνοώντας τη λάμψη των πολυελαίων του παρόντος. Τότε, δεύτερες φωνές έκανε η Χάρις Αλεξίου. Το 1983, ο Γιώργος Νταλάρας με τη Δήμητρα Γαλάνη, υπό την υψηλή εποπτεία του Μίκη Θεοδωράκη, πηγαίνουν στον Κοκκινόβραχο και αναζητούν το πού θα στήσουν τις καρέκλες των θεατών για να πραγματοποιηθεί συναυλία προς τιμήν του Βασίλη Τσιτσάνη. Την Πέμπτη 24/9/2026, στα 101 χρόνια, ακολουθώντας την καταγραφή του πρώτου δίσκου, ο Γιώργος Νταλάρας επέστρεψε στο Κατράκειο με την Ασπασία Στρατηγού, τη Μαριάνα Κατσιμίχα και τον Βασίλη Κορακάκη για να τιμήσει το δεύτερο σπίτι του ρεμπέτικου, μετά τον Πειραιά. Σε ένα πατάρι, μουσικών και ερμηνευτών επί σκηνής. Με χαρά και αγάπη, με γνώση και ευθύνη. Είναι γεγονός ότι ο πληθωρισμός των τωρινών μέσων αναπαραγωγής κάνει δύσκολη την εκτενή και συγκεκριμένη ενασχόληση με αυτό το μουσικό είδος.
Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει ζυμωθεί με τα πιο αγνά υλικά της λαϊκής παράδοσης. Ανακατεύονται στοιχεία από το βυζαντινό μέλος, με ρυθμό και ήχο από το ζεϊμπέκικο, το χασάπικο, το χασαποσέρβικο και το σμυρναίικο ιδίωμα.
Ο Γιώργος Νταλάρας διάλεξε από όλη τη γκάμα των χαρμανιών και των ποικιλιών κάνοντας τη δική του ανθολόγηση. Ο Πατριάρχης Μάρκος Βαμβακάρης, το μεγαλύτερο μέρος με τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Μιχάλης Γενίτσαρης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Απόστολος Χατζηχρήστος.
Το ρεμπέτικο αποτελεί το αίμα και το δέρμα μας διότι έχει βαθιές ρίζες στα λαϊκά στρώματα της ευρύτερης περιοχής. Αποτύπωσαν την Αντίσταση στα χρόνια της κατοχής, τη δυσκολία του έρωτα, τον πόνο της καρδιάς, τα βάσανα της εργατιάς, τις κακουχίες της καθημερινότητας για την επιβίωση. Αποτελεί την πηγή γραφής και των σύγχρονων λαϊκών τραγουδιών.
Είναι η κοινή μήτρα. Τα παλιά δίνουν τη σκυτάλη στους νέους. Αποφεύγουν τη γραφειοκρατία, τη λογοκρισία, είναι καθαρά από ουσίες και εξαρτήσεις και βρίσκονται στο πλευρό των ανθρώπων που αγωνίζονται όταν η ομίχλη και η συννεφιά κυκλώνει τη ζωή τους.
Εάν επιχειρήσουμε να εξετάσουμε λίγο πιο προσεκτικά το κοινωνικό φαινόμενο των ημερών μας, παρατηρούμε ότι, σχεδόν συντριπτικά, επικρατεί η τάση για απομόνωση. Άλλοτε από φόβο, από ανέχεια, από καχεξία, από άγχος για επικοινωνία σε προκαθορισμένο πλαίσιο με προαποφασισμένους, εξωτερικά, κανόνες. Οι στιγμές που οι άνθρωποι συνυπάρχουν, χαμογελούν, ανταλλάσουν λίγα λόγια και ενώνουν την ανάσα τους σε ουσάκ κλίμακες και ταξίμια, περιμένοντας την εισαγωγή ενός τραγουδιού, αποτελούν έμπνευση απέναντι στα σκοτάδια του ναρκισσισμού και των συμπεριφορών όπου η κακία είναι επιλογή και το κουκλοθέατρο είναι ο χορός της φρίκης.
Καλώς ή κακώς, και στην περίπτωση του Γιώργου Νταλάρα-ευτυχώς- η μνήμη δεν χάνεται και η ζωή αναβαθμίζει τα συναισθήματα δημιουργώντας το σημείο επαφής με τον εσωτερικό κόσμο. Έτσι, μια συναυλία που ξεκινά με το Μινόρε της Αυγής, μέσω των προσωπικών επιλογών και των κοινών βιωμάτων, μπορεί να ολοκληρωθεί με τα Παραπονεμένα Λόγια. Όσο για την Επανάσταση; Άντε, κάντε την!
Το ρεμπέτικο έχει περάσει στο γραμμόφωνο, έχει έναν αιώνα ζωής, καθιέρωσε το λαϊκό αστικό τραγούδι. Η παράδοση είναι η διατήρηση της φλόγας και όχι η διατήρηση της στάχτης.
