Σε ένα χωριό υπάρχει το έθιμο να αναβιώνουν τα Πάθη του Χριστού κάθε επτά χρόνια. Ο παπα – Γρηγόρης με τους προεστούς επιλέγουν τα πρόσωπα που θα λάβουν μέρος. Τον Χριστό θα υποδυθεί ο Μανολιός, ένας απλός βοσκός, ο οποίος μετά την επιλογή του θα αρχίσει να αλλάζει προσπαθώντας να φτάσει στην απόλυτη ψυχική και σωματική αγνότητα. Όταν το απόγευμα καταφτάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καθώς διώκονται από τους Τούρκους, οι χωριανοί θα διχαστούν, αφού ο παπα – Γρηγόρης και αρκετοί άλλοι ισχυρίζονται ότι φέρνουν μαζί τους τη χολέρα. Οι μόνοι που θα τους βοηθήσουν είναι ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός, ο Κωσταντής κι ο Μανολιός, ο οποίος θα τους υπερασπιστεί μιλώντας για την αξία της αγάπης και τη φιλευσπλαχνία. Πρόκειται κατ’ ουσία για μια ιχνηλάτηση της συναρπαστικής περιπέτειας του χριστιανικού «μύθου» που αποτυπώνει συμβολικά την προαιώνια, θεμελιακή, μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου. Η πρόβα γίνεται παράσταση και η παράσταση μαρτυρία. Γιατί ο ξένος είμαστε εμείς.
Οι μικρές κοινωνίες είναι ο μεγεθυντικός φακός της ανθρωπότητας. Η μύηση είναι η σταγόνα για να φτάσουμε στο ανώτερο επίπεδο συνείδησης. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης στην απόδοση της Οδύσσειας, στη νεοελληνική γλώσσα, γράφει σε σχόλια για τη Νέκυια ότι ο Νόστος είναι ο Ύπνος, ο Θάνατος, δηλαδή, που όταν θα ξυπνήσει θα είναι σαν Ανάσταση.
Το έργο του Νίκου Καζαντζάκη γράφεται το 1948 στην Αντίμπ. Στις 27 Αυγούστου 1948, ο συγγραφέας στέλνει το ακόλουθο μήνυμα στον Παντελή Πρεβελάκη: “Αγαπητέ αδερφέ! Εδώ δουλεύω καλά, ησυχία, γλύκα, χαρά Θεού. Αυτές τις μέρες τελειώνω το μυθιστόρημα που άρχισα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, θα γίνει 500 σελίδες, είναι σύγχρονο και γίνεται σ’ένα χωρίο της Μ(μικράς) Ασίας”.
Ενόσω ξεδιπλώνεται η πλοκή και παρουσιάζονται οι πολύπλευρες εκφάνσεις κάθε προσωπικότητας των ηρώων, γίνεται αντιληπτό πως η ανθρωπότητα κυνηγάει τον προαιώνιο πυρήνα των προβλημάτων που η ίδια δημιούργησε όταν σε πρωτόγονο, ακόμα, στάδιο, εισήλθαν οι σχέσεις ιδιοκτησίας οι οποίες, επιμελώς και βαθμιαία, περιθωριοποίησαν τη συλλογικότητα φτιάχνοντας γωνίες στη συμπεριφορά. Το πνεύμα στην παρούσα κατάσταση μπαίνει σε δεύτερο πλάνο, καθώς οι κοινωνικές σχέσεις είναι τόσο επιφανειακές, πρόσκαιρες και συμφεροντολογικές που καθίστανται στεγνές και γκροτέσκες. Καρικατούρες με σοβαρό προσωπείο, με θεσμικό κύρος και υποβλητική-μυστηριακή και βίαιη εξουσία.
Η βάση της νεότερης ελληνικής πραγματικότητας στηρίζεται σε τέσσερις λέξεις. Πίστη, Πατρίδα, Περιουσία, Τιμή. Ο Καζαντζάκης, με το βελόνι και την προσήλωση ενός γλύπτη παρομοιάζει την καρδιά του Ιησού με το κρασί που πίνουν όλοι για να εξαγνιστούν. Την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι με εγκαθιδρυμένες και βαθιά ριζωμένες δομές που δεν μπορούν ή δεν δύναται να αμφισβητηθούν στο υφιστάμενο κοινωνικό/πολιτικό/οικονομικό σύστημα, αναζητούν τον αληθινό παράδεισο, μεταθέτοντας τη γαλήνη και την ολοκλήρωση (θέωση) σε ένα διαφορετικό κόσμο. Εύκαμπτος ως προς τις ηθικές αξίες αλλά άκαμπτος ως προς το ποιοί θα είναι, και εκεί, οι προνομιούχοι και οι διαχειριστές.
Οι κάτοικοι στο χωριό, Λυκόβρυση της Κρήτης, υποδέχονται ταλαιπωρημένους ανθρώπους από το διπλανό χωριό, τη Σαρακήνα. Το έδαφος μεταξύ των δύο χωριών είναι εύφορο και θεωρητικά, τα ελέη της φύσης θα μπορούσαν να καλύψουν τις βιοτικές ανάγκες όλων. Όμως, η απληστία και ο φόβος για να μην αμφισβητηθούν οι κεφαλές του τόπου, δεν επιτρέπει τη φιλοξενία ούτε και την ελάχιστη αλλά πολύτιμη ελεημοσύνη. Το δηλητήριο της υποτίμησης διαχέεται από πάνω προς τα κάτω και καταλήγει σε ακραίες, κτηνώδεις αντιδράσεις. Επιπρόσθετα, φανερώνονται οι συνέπειες από τη χαίνουσα πληγή του εμφύλιου πολέμου. Η διαπάλη με ταξικά χαρακτηριστικά αλλά και έντονα σημάδια ενδοαστικών αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων όταν συγκρούονται, αγεφύρωτα και ανειρήνευτα, συμφέροντα μεταξύ του κλήρου και των επικεφαλής τοπικών αξιωματούχων ή επικυρίαρχων, ελέω κατοχής, τα οποία δεν μπορούν να περιοριστούν με υποχωρήσεις ή δικολαβικούς ελιγμούς.
Οι χωρικοί από τη Σαρακήνα αναγκάστηκαν να φύγουν από τον τόπο τους γιατί οι Τούρκοι τους επιτέθηκαν. Εδώ, μπορούμε στη θέση των Τούρκων να βάλουμε την όποια ιμπεριαλιστική δύναμη που διαχειρίζεται τη γη και τις χώρες σαν χώρο προς εκμετάλλευση και άγρα πρώτων υλών, αγαθών, υπηρεσιών και πάμφθηνης εργασίας. Οι διαχρονικοί μετανάστες αντιμετωπίζονται σαν παρίες, δίχως να αναζητηθούν τα αίτια του ξεριζωμού τους. Σε αυτούς αποδίδονται, σχηματικά, οι επτά πληγές του Φαραώ!
Ο Καζαντζάκης προσδίδει χαρακτηριστικά αγιοσύνης στους Σαρακηνούς. Μέσα στην πείνα και την εξαθλίωσή τους, είναι η μετεμψύχωση των πρώτων χριστιανών. Πρόσωπα κυνηγημένα, άμεμπτα, διωγμένα, ανέστια. Αγνοί άνθρωποι που δεν μπορείς να αγγίξεις ούτε να σπιλώσεις, κρυμμένοι και φοβισμένοι στις σύγχρονες κατακόμβες. Καθαροί σαν το νερό που κατεβαίνει από το βουνό.
Η συνομιλία του έργου
Τον 15ο αιώνα, στη Σεβίλη, η Ιερά Εξέταση, στο όνομα του Χριστού στήνει ικριώματα και καίει τους αιρετικούς με ξύλα που μαζεύει ο πειθήνιος πληθυσμός. Ο Ιησούς, επιστρέφει στη θνητή ζωή με τη μορφή που είχε όταν κήρυττε το λόγο του, δημόσια. Σιωπηλός και με χαμόγελο συμπάθειας για το δράμα που αντικρίζει. Ο λαός χύνει δάκρυα χαράς και φιλά το χώμα όπου πατά. Τα παιδιά σκορπίζουν λουλούδια στο πέρασμά του και φωνάζουν Ωσαννά! Τότε, περιδιαβαίνει την πλατεία ο καρδινάλιος, ο Μέγας Ιεροεξεταστής. Είναι ψηλός, γέρος, σχεδόν αιωνόβιος, με στεγνό πρόσωπο, με φλόγες στα μάτια. Μαζί με τη συνοδεία του που τον ακολουθεί, διατάζει να συλλάβουν τον Ιησού. Τη νύχτα πηγαίνει να τον επισκεφτεί στο κελί του. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής αποδεικνύει στον Ιησού, με επιχειρήματα, ότι αυτό που έφερε στη Γη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Κι ετούτο, επειδή ο Χριστός παρεξήγησε τη φύση των ανθρώπων και, στην προσπάθειά του να κάνει καλό, έκανε κακό. Ελευθερία και άρτος δεν πάνε μαζί. Οι άνθρωποι θα αναγκαστούν να παραδώσουν την ελευθερία τους και να υποδουλωθούν γιατί είναι ανίκανοι να είναι ελεύθεροι αφού είναι φαύλοι. Σταδιακά, όμως, μπορεί να δει κανείς την αδυναμία των επιχειρημάτων, που είναι και η αδυναμία κάθε δικτατορίας- είτε αυτή είναι θρησκευτική είτε κοινωνικής φύσεως- κι έτσι, άμα ακολουθήσουμε την πολύ δομημένη σειρά των επιχειρημάτων του έργου εισερχόμεθα στην καρδιά αιώνιων ερωτημάτων που κυριαρχούν στον κόσμο.
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής παρουσιάζεται ως ένα ποίημα του δεύτερου από τους τρεις αδελφούς Καραμάζοφ, του πιο φιλοσοφημένου, του Ιβάν. Ο Ιβάν το παρουσιάζει στον μικρότερο αδελφό, Αλιόσα, τον πιο θρησκευόμενο, δόκιμο μοναχό.
Ο Μανολιός του Καζαντζάκη δέχεται να γίνει σάρκα από τη σάρκα των παθών που δυναστεύουν καθεμιά και καθέναν. Απαρνείται τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν και με ταπεινότητα δεν συντρίβει τις διαβολές, αλλά τις εξαγνίζει. Για να καταφέρει το ιερατείο και η τοπική άρχουσα τάξη να μειώσει την προσωπικότητα και την επιρροή του βοσκού, τον “ντύνει”με σφυροδρέπανο! Άξαφνα, παρουσιάζεται σαν πράκτορας της Μόσχας. Ο μπολσεβίκος που δασκαλεύτηκε ώστε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συγχωριανών του και μετά να κλέψει τις περιουσίες από τους προύχοντες προσηλυτίζοντας άβουλα όντα. Η μαεστρία του Καζαντζάκη είναι η εξής:
«Από το 1925-1930 πήγα τρεις φορές στη Σοβιετική Ρουσία κι έμεινα συνολικά δύο χρόνια, γυρίζοντας από το Μίνσκ έως το Βλαδιβοστόκ κι από το Μούρμανσκ έως την Μπουχάρα και το Εσμιατζίν. (…) Συγκεντρώνοντας σήμερα στο βιβλίο ετούτο τα όσα είδα, τα όσα στοχάστηκα κι ένιωσα στην απέραντη χώρα, δεν θέλησα να τ’ αλλάξω. Μια νέα, εκ των υστέρων, σκηνοθέτηση θα τους έδινε βέβαια μια πιο λογική συνάρτηση, κι εύκολη, από τα πράματα αληθεμένη πρόβλεψη, μα θα τους αφαιρούσε, θαρρώ, κάποιο αυθόρμητο ψυχικό συνέπαρμα που έχουν, κι όλο το χνούδι της πρώτης παρθενικής επαφής -αρετές που θεωρώ, σε τέτοιας λογής έργα, ανώτερες από τη νηφάλια λογική ανάλυση κι από τη μάταιη καλοπροαίρετη προσπάθεια να κατασκεπάσουμε τη ρούσικη φλόγα. “Αλίμονο στον άνθρωπο που, όταν ο Θεός σηκώνει τρικυμία, αυτός χύνει λάδι στη θάλασσα”». Ταξιδεύοντας Ρουσία.
Ο συγγραφέας γράφει στο βιβλίο χωρίς προκατάληψη, με συγκίνηση και σαφήνεια. Μιλάει ελεύθερα για όσα ξεχώρισε, όσα δεν είδε και επιθυμούσε, όσα περίμενε, χωρίς να κρύψει μήτε τα καλά μήτε τα άσχημα. Συνδέει τη διαλεκτική και την ανθρωποκεντρική διάθεση ανατροπής της κοινωνικής τάξης που είχε, διαχρονικά, επιβληθεί στους λαούς της γης, με τον Χριστό. Την ιστορική, θρησκευτική, φιλοσοφική, άσπιλη και αμόλυντη προσωπικότητα που με συμβολικό τρόπο σήκωσε τα βάρη και τα κρίματα της οικουμένης στο σταυρό του. Ο Καζαντζάκης εικάζουμε ότι το έπραξε προκειμένου το μυθιστόρημα να αποκτήσει, καθολικό, λαϊκό έρεισμα αγγίζοντας κάθε πόρο του δέρματος εκείνων που δεν έχουν αλλοτριωθεί. Με τον τρόπο του έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παραδοχή που επιβάλλεται πως δεν υπάρχει εναλλακτική πορεία για το μέλλον. Πως όλα είναι προκαθορισμένα και άνωθεν δοσμένα εξ αρχής, με ρητούς και απαράβατους κανόνες (η σκληρή δουλειά, ο λιτός βίος, η αποταμίευση) οι οποίοι δεν μπορούν να γκρεμιστούν ούτε να υποστούν αλλαγές. Με άλλα λόγια, ο κόσμος είναι αυτό που βλέπουμε, που αγγίζουμε, που μάθαμε στον περιορισμένο κύκλο ζωής μας. Βαθύτατα προβληματική, κοντόφθαλμη, ανιστορική και αντιδιαλεκτική προσέγγιση της ανάπτυξης του ανθρώπινου γένους με σαφείς προεκτάσεις αιώνιας υποταγής και υποτέλειας.
Ο Ιούδας στο έργο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται έχει όλα όσα του καταμαρτυρούν οι απλοϊκές θεωρήσεις από εποχή σε εποχή. Είναι τραχύς, ριγμένος από το κοινωνικό σύνολο, ολίγον παραδομένος στις απολαύσεις του σώματος και έτοιμος να παίξει ένα ρόλο που θα τον βοηθήσει να αποκτήσει κύρος μεταξύ των άλλων. Δεν επιδιώκει να είναι μαζί με τους υπόλοιπους χωρικούς. Αναζητά τη φόρμουλα να γίνει αρεστός σε όσους κατέχουν τις ανώτερες τιμές. Αποτυπώνει, έξοχα, εκείνες τις προσωπικότητες που αποτελούν τον αρμό της εξουσίας. Όσοι πασχίζουν να γίνουν σημαντικοί αψηφώντας την αφετηρία τους. Μετατρέπονται σε σμπίρους της εξουσίας. Οι καταδότες, οι δήμιοι, οι προσωπάρχες στην εργασία, οι συνεργάτες των εξουσιαστών, όλοι αυτοί που στο ζύγι προκρίνουν την ατομική ωφέλεια, σαν ηδονιστική αρχή, έναντι της κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι οι ενδιάμεσοι ιστοί ενός μηχανισμού δομημένου με κλωστές που ενεργούν όπως οι χοντρές ραφές στις κουρτίνες. Κρύβουν το φως και συντηρούν τη μούχλα. Μόνον που οι κουρτίνες είναι προϊόντα από κατεργασμένα υλικά και όχι έλλογες υπάρξεις!
Η διάρκεια της παράστασης, στο θέατρο Σταθμός, στο Μεταξουργείο, αγγίζει τις 2,5 ώρες και οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι καθηλωτικές και άρτια εναρμονισμένες με την κινησιολογία και το μεγάλο ξύλο, ως επίκεντρο προσοχής επί σκηνής, γιατί δεν ξεφεύγουν από το μέτρο, από το νόημα και τις αναφορές του κειμένου!
