Ο Χένρικ Ίψεν γεννήθηκε στην πόλη-λιμάνι Σίεν του Μπράτσμουργκ της Νορβηγίας από μία εύπορη οικογένεια εμπόρων. Η επιλογή του συντρόφου απασχόλησε πολύ το συγγραφέα στους «Βρικόλακες». Όταν ήταν 20 ετών, επηρεάστηκε από τις επαναστάσεις του 1848 που ξέσπασαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και ανέπτυξε ενδιαφέρον για τις ριζοσπαστικές ιδέες της εποχής. Βέβαια, στα έργα του είναι εμφανή και τα θέματα που αφορούν την ηθική, την κοινωνική κριτική στη δομή της οικογένειας. Έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο, τον Κατιλίνα, ένα κείμενο με πολιτικό και ιστορικό θέμα, που έχει αναφορές στα γεγονότα και τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης. Εισήγαγε το ρεαλισμό και απομακρύνθηκε το ρομαντισμό και από τις εξωπραγματικές αφηγήσεις που κυριαρχούσαν στην εποχή του.
Το 1856 αρραβωνιάστηκε τη Σουζάνα Τορέσεν. Η Σουζάνα ήταν μια δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα που φέρεται να ενθάρρυνε τον Ίψεν στη συγγραφική του καριέρα και να του πρόσφερε σημαντική στήριξη. Ο γάμος τους, αν και δεν ήταν πάντα εύκολος, θεωρείται ότι επηρέασε τις απόψεις του για το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία. Το 1881, οι Βρικόλακες άσκησαν βαθιά επίδραση τόσο στο κοινό όσο και στον θεατρικό κόσμο. Το έργο προκάλεσε ριζοσπαστική αλλαγή στην αντίληψη του θεάτρου, καθώς θεωρήθηκε καταλυτικό για την ανάπτυξη του «Ανεξάρτητου Θεάτρου» στην Ευρώπη. Μέσα από αυτό εισήχθησαν νέες, τολμηρές προσεγγίσεις που ανανέωσαν τη θεατρική τέχνη.
Οι Βρικόλακες είναι ένα περίπλοκο θεατρικό έργο. Σκιαγραφούν, λεπτομερώς, τους χαρακτήρες και μέσω αυτών προσεγγίζονται ζητήματα, όπως η ψυχική νόσος, η κληρονομικότητα, το δίπολο οικογενειακής επιρροής σαν πηγή αγάπης και πληγής και ακροθιγώς, το θέμα της ευθανασίας. Εκφράζεται έντονα η αναζήτηση της ελευθερίας τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, μέσα από την κριτική του στα αυστηρά κοινωνικά και ηθικά πρότυπα της εποχής.
Οι θεατρικές εικόνες διαπνέονται από την πάλη των αντιθέτων. Σε ένα σκηνικό όπου βρέχει συνεχώς, το σκοτάδι παίζει κρυφτό με το φως. Το ορφανοτροφείο που χτίστηκε για να καλύψει μυστικά και λάθη, καίγεται προτού εγκαινιαστεί. Ο ήλιος, απάντηση της φύσης και της ζωής, διαδέχεται την ομίχλη. Αλλά μόνο στο τέλος. Σαν κάθαρση. Ίσως, όταν δεν έχει απομείνει τίποτε πια.
Το έργο πραγματεύεται ένα κοινωνικό πρόβλημα που αντί να αμβλύνεται όσο περνούν τα χρόνια, συνεχίζει να οξύνεται. Η σιωπή, εκούσια ή ακούσια, από το παρελθόν στο παρόν, μεταφέρει ανεπεξέργαστο και άλυτο το φλέγον στην επόμενη γενιά. Γεννά ένα φαύλο κύκλο νευρώσεων. Η δυστυχία των γονέων, οι νεκρές ιδέες, οι πεθαμένες αντιλήψεις, η συμφιλίωση και η συγχώρεση που θα ελευθερώσουν τη ζωή. Αντί να συμβούν όλα αυτά, επικρατεί το ψέμα. Η ωραιοποίηση της ασχήμιας. Το γενικό ψέμα, εκπαιδεύει στο να λέει ψέματα, το ίδιο το άτομο στον εαυτό του. Η μητέρα, στην προσπάθεια να προστατέψει το γιό της, ξορκίζοντας το κακό, αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη. Όμως, είναι μάταιη. Όταν αποκαλυφθεί η αλήθεια, όταν ο έρωτας χάσει τα φτερά του και η μικροαστική, θρησκευτική, πνευματικότητα χάσει τη λάμψη και το κοινωνικό της έρεισμα, τότε, ο Όσβαλντ, από παντού βαλλόμενος, ζητάει την επιπλέον δόση του αναισθητικού. Τη μοιραία δόση.
Η σημαντικότερη καινοτομία του Ίψεν, για το παγκόσμιο θέατρο, ήταν τα ανοιχτά φινάλε. Ο επίλογος δεν ήταν ηθικό δίδαγμα αλλά άφηνε πολλές ερωτήσεις αναπάντητες, καλώντας του θεατές να γίνουν μάρτυρες και κοινωνοί της μέθεξης, αφού σκεφτούν βαθύτερα εκείνα τα θέματα που αναδείκνυε το έργο.
Με την ευκαιρία της επιστροφής του γιου της Όσβαλντ, ζωγράφου που ζει επί σειρά ετών αποξενωμένος στο Παρίσι, και του πάστορα Μάντερς, διαχειριστή της περιουσίας για τη δημιουργία ορφανοτροφείου που θα εγκαινιαστεί στη μνήμη του συζύγου της, η κυρία Άλβινγκ θα βρεθεί απροσδόκητα μπροστά στην αναβίωση της σκληρής πραγματικότητας που έχει βιώσει και, επιμελώς, ως τώρα έχει αποκρύψει. Τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα όταν η Ρεγγίνα, ψυχοκόρη της οικογένειας (κόρη στην πραγματικότητα του λοχαγού), αρνηθεί να ακολουθήσει τον πατέρα της Ένγκστραντ (συμμέτοχο στην απόκρυψη της αλήθειας έναντι αμοιβής) εξαιτίας του έρωτά της με τον νεαρό Όσβαλντ, που δεν γνωρίζει ότι είναι αδελφός της και προτίθεται να τον ακολουθήσει ως ερωμένη του στο Παρίσι. Η ιστορία κορυφώνεται με την αιφνιδιαστική αποκάλυψη της ανίατης ασθένειας του Όσβαλντ και το τραγικό δίλημμα της μητέρας για τη ζωή του παιδιού της. Κομβικό ρόλο παίζει ο πάστορας Μάντερς. Μεταφέρει, πειστικά, την εκκλησιαστική δογματική στειρότητα, την καταπίεση των πιο όμορφων ανθρώπινων αισθημάτων, αλλά και τον φόβο που τον κάνει υποχωρητικό απέναντι στους συκοφάντες, τα καταπνιγμένα πάθη που θυσιάστηκαν για να τηρηθούν οι κοινωνικές νόρμες. Για αυτά που περάσανε και για αυτά που θα έρθουν. Χρωστάμε σε όσους ήρθαν, πέρασαν, θα έρθουν, θα περάσουν…
Η κυρία Άλβινγκ, είναι μια τραγική φυσιογνωμία. Φανερά παγιδευμένη τόσο από το κοινωνικό στάτους όσο και από τις προσωπικές της επιλογές, είναι έκθετη αλλεπάλληλα συντριπτικά χτυπήματα που έχει δεχτεί –και εξακολουθεί να δέχεται– μέσα από τον τόνο της φωνής της, το βλέμμα και τη στάση του σώματός της.
Δεν είναι μόνο τα βιώματα που κουβαλάμε, είναι και η κληρονομιά των γονιών μας, οι νεκρές ιδέες, οι παλιές αντιλήψεις…
Όλα αυτά είναι βαθιά ριζωμένα μέσα μας, ζωντανεύουν και μας εξουσιάζουν και εμείς, όλοι μας, φοβόμαστε να αντικρίσουμε το φως…
