Ο Πλάτων είναι δυϊστής και πιστεύει ότι το σώμα πεθαίνει και φθείρεται, σε αντίθεση με την ψυχή. Ο Αριστοτέλης είναι μονιστής και θεωρεί ότι η ψυχή και το σώμα συνδιαφθείρονται. Ο Επίκουρος, μεταγενέστερος των δύο, επεξεργάζεται τα Φυσικά και τα Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλη, δηλαδή την ύπαρξη μεταξύ ζωής και θανάτου, και καταλήγει στο ότι η ζωή όταν βιώνεται δεν κοιτάζει ούτε συναντιέται με το θάνατο καθότι η μία κατάσταση διαδέχεται την άλλη και δεν βρίσκονται παρούσες την ίδια στιγμή. Όλα έχουν τις συνέπειές τους. Στην κοινωνία του χάους όπου όλα τα πράγματα δεν πειθαρχούν σε νόμους που γνωρίζουμε, κάθε πείρα είναι διαμόρφωση εμπειρίας μόνον εάν κινηθούμε στον αντίστοιχο δρόμο. Ο Οδυσσέας, ο πιο έξυπνος άνθρωπος της αρχαιότητας, άφηνε τις συνθήκες να τον οδηγήσουν. Δεν είπε στους κωπηλάτες του ότι θα γλεντήσουν πηγαίνοντας στο νησί των Σειρήνων (νερό και θάνατος). Αυτές οι γυναικείες θεότητες ήταν τέρατα. Άκουσε το τραγούδι δεμένος σφιχτά γιατί η ζωή δίνει παραδείγματα που αν δεν τα ενστερνιστούμε, ο λογαριασμός στο τέλος είναι υψηλός. Τα λάθη προέρχονται από την έλλειψη ταπεινοφροσύνης και αυτογνωσίας, ελέγχου και αυτοκριτικής.
Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν προβάλλεται εδώ και μια εβδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες, παγκοσμίως, και βρήκαμε την ευκαιρία για να καταδυθούμε στη μεσογειακή ευαισθησία μέσα από την κλασική καθολικότητα.
Στις ακτές της Τροίας συναντάμε το Δούρειο Ίππο. Ο Σίμωνας ( πρόσωπο που δεν υπάρχει στον Όμηρο αλλά είναι δανεικός από την Αινειάδα) είναι ο μόνος από όσους έχουν απομείνει από τον στρατό των Αχαιών, ο οποίος δεν γνωρίζει για το περιεχόμενο του δώρου. Έχει πειστεί πως πρόκειται για σπονδή προς τους θεούς. Οι Τρώες μεταφέρουν το “δώρο” εντός των τειχών, και το κάστρο πέφτει από μέσα…
Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν δεν απευθύνεται, αποκλειστικά, στους Έλληνες θεατές. Ακόμα και με υπολογιστικούς όρους, η εγχώρια αγορά είναι ασήμαντη. Επομένως, πρώτιστος στόχος είναι η απομάγευση μεταξύ δύο κόσμων σε σύγκρουση. Αναζήτηση του νέου ήθους και ανθρωπισμού. Τα διδάγματα της μυθολογίας, δηλαδή, το συλλογικό υποσυνείδητο του αρχαίου κόσμου να γίνει παράδειγμα μήπως και η σύγχρονη ανθρωπότητα αλλάξει κατεύθυνση. Σαν μια προειδοποίηση προτού να είναι αργά. Θα ήταν σφάλμα να θεωρήσουμε ή να περιμένουμε πιστή αποτύπωση, με λεπτομέρειες, των συνθηκών της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Η γλώσσα της ποίησης και του κινηματογράφου πρέπει να μας φέρνει σε επαφή. Να είναι μέσω επικοινωνίας και σύνδεσης. Ο ατομικισμός καλπάζει, η κοινωνικότητα γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Το σινεμά είναι πεδίο συνάντησης. Η τέχνη ακολουθεί τους ρυθμούς και το πνεύμα της εποχής, διαφορετικά επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Η ποίηση της εικόνας είναι αυτοαναφορική, λεκτική, άσκηση. Βασική διαφορά στην πλοκή είναι ότι από την ταινία του Νόλαν απουσιάζουν, τελείως, οι Φαίακες και η Ναυσικά. Έτσι, ο Οδυσσέας δεν διηγείται σε αυτούς τις περιπέτειές του, όπως κάνει στο ομηρικό έπος.
Ο μύθος του Ομήρου φέρνει την πάλη ανάμεσα στην πίστη των ανθρώπων που δομούν τη ζωή τους και πορεύονται με βάση το θεϊκό νόμο και από την άλλη, την άσκηση αυτοκυριαρχίας ενός δρώντος υποκειμένου το οποίο αναλαμβάνει την ευθύνη να ορίσει τη μοίρα του. Ο Οδυσσέας δεν αδιαφορεί για τους γενικούς νόμους των θεών- αφού συνομιλεί με το πνεύμα της Αθηνάς- η οικουμενικότητα των οποίων προσφέρει ισορροπία στην καθημερινή ζωή. Τους δέχεται σαν συνολική κατάκτηση των ανθρώπων που ρυθμίζουν τις οικονομικές, πολιτισμικές και διαπροσωπικές σχέσεις. Ο Όμηρος στην Οδύσσεια δίνει ιδιαίτερο βάρος στον χαμό των συντρόφων, αφιερώνει το μισό περίπου προοίμιο σε αυτή την πτυχή: ότι ο Οδυσσέας δεν κατάφερε να σώσει τους συντρόφους.
Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Ο τρωικός πόλεμος
Τουλάχιστον αν ζούσαμε από την ανάποδη
να τα βλέπαμε όλα ίσια: Μπα. Η αναποδιά
έχει μια μονιμότητα πεισματική·
αποτελεί όπως λέμε τον κανόνα.
Οπού σημαίνει ότι αν καταφέρνουμε να ζούμε
βέβαια ζούμε από τις εξαιρέσεις.
Προσποιούμαστε ότι δε συμβαίνει τίποτε
ακριβώς για να συμβεί επιτέλους κάτι
έξω και πάνω από τη χλεύη.
Ένα κεράσι την ώρα που χειμάζονται
μέσα του όλες οι αθλιότητες
και αυτό στο πείσμα τους καθάριο παντοδύναμο
άψογο λάμπει δείχνοντας
ποιά θα μπορούσε να ’ταν η υπεροχή του ανθρώπου.
Η σταγόνα το αίμα κάθε Απρίλιο
δωρεάν και για όλους.
Δυστυχείς εμπροσθοφύλακες και ανάστροφοι
οδηγοί των βαρέων αρμάτων τ’ ουρανού
ώς και τα σύννεφα είναι ναρκοθετημένα
το νου σας: από μας η άνοιξη εξαρτάται.
Να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα.
Το πράσινο στο πράσινο τον άνθρωπο του Νεάντερταλ
στον άνθρωπο του Νεάντερταλ. Δεν ωφελούν πια
οι μυώνες
θέλει αγάπη θηριώδη
θέλει πήδημα τίγρισσας μες στις ιδέες.
Όσο υπάρχουνε Αχαιοί θα υπάρχει μία ωραία Ελένη
και ας είναι αλλού το χέρι αλλού ο λαιμός
Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος.
Μακριά μέσα στ’ απώτατα βάθη του Αμνού
ο πόλεμος συνεχίζεται.Οδυσσέας Ελύτης. [1978] 2008. Μαρία Νεφέλη. 10η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.
Ο Οδυσσέας μέσα από την περιπλάνηση στη θάλασσα και τα πελάγη καταλαβαίνει τον εαυτό του και την ίδια στιγμή αναπροσαρμόζει τη θέση του στον κόσμο. Το γεγονός ότι μεγαλώνει, ηλικιακά, μπορεί να του αφαιρεί την παρόρμηση της νιότης αλλά του προσφέρει σφαιρική γνώση και κατανόηση. Ο πόνος που προκαλούμε, κάποτε, πληρώνεται και η σύγκρουση με τη μεταφυσική είναι το στάδιο ωριμότητας που σηματοδοτεί το εάν και κατά πόσο ο άνθρωπος ορίζει την τύχη του.
Από τις θαυμαστές αλληγορίες της Οδύσσειας, ο ταξιδευτής αντιμετωπίζει πολλά εμπόδια. Κάποια είναι φυσικά, κάποια είναι πλάνες του νου και φαντάζουν ισχυρότερα. Κάποια είναι ένστικτα που κυριαρχούν και λειτουργούν με ανασχετικό τρόπο στην προσπάθεια τελείωσης και ολοκλήρωσης της προσωπικότητας που θα περιλαμβάνει το σεβασμό για τη φύση και θα περιέχει όλους τους υπόλοιπους. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εάν, τελικά, είμαστε έρμαια της υποταγής μας στην ύλη και στις πρωτόγονες ανάγκες ή εάν μπορούμε να καλλιεργήσουμε την αυτοκυριαρχία μας προκειμένου να μην αλλοτριωθούμε, σε πρώτο επίπεδο, και να μην χάσουμε τον προσανατολισμό και την πυξίδα της πορείας μας.
Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.Νίκος Καββαδίας. Θεσσαλονίκη, απόσπασμα
Ας στρέψουμε την προσωπική μας και στην ωραία Ελένη. Ο Ευριπίδης μάς δίνει μια διαφορετική εκδοχή του μύθου της Ελένης, καρπός της ποιητικής και δραματουργικής του σύνθεσης. Σύμφωνα με αυτή την παρουσίαση, η Ελένη δεν πήγε στην Τροία. Η Ήρα έδωσε ένα ομοίωμά της στον Πάρη και η πραγματική Ελένη, μεταφέρθηκε, από τον Ερμή, στην Αίγυπτο, στα ανάκτορα του βασιλιά Πρωτέα. Ο Μενέλαος, στην επιστροφή του από την Τροία τη βρήκε και την έφερε πίσω στη Σπάρτη. Η ψεύτικη Ελένη έδωσε μια λανθασμένη μορφή στον τρωικό πόλεμο. Η όψη της ιστορίας μάς διαφωτίζει στο ότι δεν είναι όλα όπως φαίνονται.
Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, κρατάει την προσέγγιση του Ευριπίδη και τη συνδυάζει με το μύθο του Τεύκρου. Ήταν ο γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας ,Τελαμώνα, και αδερφός του Αίαντα και ήταν σπουδαίος τοξότης. Όταν λόγω φιλοτιμίας, δηλαδή της άρνησης της τιμής των όπλων που οδηγεί το θιγόμενο σε αυτοκτονία, ο πατέρας του δεν τον δέχτηκε πίσω επειδή δεν συμπαραστάθηκε όσο έπρεπε στον αδερφό του, παίρνει χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Ο Απόλλων μέσω της Πυθίας δίνει εντολή στον Τεύκρο να πάει στην Κύπρο και να φτιάξει μια πόλη που θα την ονομάσει Σαλαμίνα σε ανάμνηση της πατρίδας του. Στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη. Ο Τεύκρος παίρνει το δρόμο του μισεμού, της ξενιτιάς. Στο ταξίδι του περνάει από την Αίγυπτο. Εκεί συναντάει την Ελένη. Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά και αυτό το ανάστημα με το χαμόγελο παντού. Στους ώμους, στους μηρούς, στα γόνατα. Ζωντανό βλέμμα και τα μάτια με τα μεγάλα βλέφαρα ήταν εκεί, στην όχθη ενός δέλτα. Ο Σεφέρης, εντέχνως, γίνεται περιγραφικός, για να δείξει πως, όντως, η Ελένη βρισκόταν εκεί και όχι στην Τροία. Της δίνει ποιητική μορφή. Η ίδια ποτέ δεν μπήκε στο καράβι, δεν πάτησε τα χώματα της Τροίας. Τότε, ο Τεύκρος αναρωτιέται αν ο αδερφός του πέθανε για ένα φάντασμα. Αν εκείνος έχασε αδερφό και πατρίδα για ένα φάντασμα!
Την εποχή που γράφει το ποίημα ο Σεφέρης έχει αρχίσει ο αγώνας του κυπριακού λαού για την ανεξαρτησία από τον αγγλικό ζυγό. Ο ποιητής γράφει το ποίημα για να επιστήσει την προσοχή των αγωνιστών. Τα ιδανικά τους να μην πέσουν θύμα των διαφόρων πολεμοκαπήλων. Προσπαθεί διαχρονικά να συμβουλεύσει τους λαούς της υφηλίου ώστε να μη χρειαστεί να αναγκαστούν να πουν και αυτοί, πως τόσος πόνος τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο για ένα πουκάμισο αδειανό για μια Ελένη. Για μιαν άλλη βαθύτερη αιτία.
Από την αρχαιότητα έως σήμερα, συναντάμε πολλές αναφορές στην Ελένη. Σκοπίμως, όλοι οι συγγραφείς δεν γίνονται περιγραφικοί, διότι κάθε λαός μπορεί να πλάσει το μυθολογικό πρόσωπο όπως επιθυμεί και να το προσαρμόσει στην τρέχουσα πραγματικότητα. Από τις “Μικρές Πολιτείες” των Μάνου Ελευθερίου και Σταυρού Κουγιουμτζή και την άνοιξη του 1974, έως εκείνης στον υπέροχο μονόλογο του Ρίτσου για την Τέταρτη Διάσταση (1972). Στη συνέχεια, ανακαλύπτουμε το τραγούδι του Μπάμπη Τσικληρόπουλου και του Θάνου Μικρούτσικου από το 1986. Επιπλέον, το θεατρικό έργο “Ελένη, η δική μας πόρνη” του Μιγκέλ Ντελ Άρκο.
Η Ελένη στην ταινία εμφανίζεται, συνολικά, περίπου πέντε λεπτά. Ωστόσο, αφού μαζί με τον Μενέλαο υποδέχεται τον Τηλέμαχο και πλέκει το εγκώμιο του Οδυσσέα, δικαιώνει την αδερφή της Κλυταιμνήστρα. Η τελευταία δολοφόνησε τον απόμακρο και ανέγγιχτο Αγαμέμνονα όταν επέστρεψε από την Τροία. Ο Νόλαν, ανατρέπει την αφήγηση που κυριάρχησε στους αιώνες και φέρει στο ρόλο του θύτη την Κλυταιμνήστρα που συνωμότησε με τον εραστή της. Αντίθετα, φωτίζει το θρήνο της συζύγου για τη θυσία και την απώλεια της κόρης της προκειμένου να έχει ούριο άνεμο το ταξίδι των Αχαιών.
Η Οδύσσεια του Νόλαν δεν παραδίδει μαθήματα ιστορίας από εγκεκριμένο κρατικό εγχειρίδιο προς μαθητές. Διερευνά τα όρια της αφοσίωσης των ανθρώπων. Συμπεραίνει ότι η προσήλωση των ταγμένων σε έναν ανώτερο σκοπό δεν αλλάζει και δεν ξεθωριάζει με το πέρασμα των χρόνων. Ο Νόμος του Δία για τη φιλοξενία των ξένων καταπατάται από τους Έλληνες όταν χρησιμοποιούν το Δούρειο Ίππο για να εκπορθήσουν την Τροία. Κατά τη διάρκεια της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη αλλά και όταν ο ήρωας προσπαθεί να ανασυστήσει το παρελθόν του, σαν ξενιτεμένο πουλί, με τη βοήθεια της Καλυψώς, έρχεται αντιμέτωπος με τις πράξεις του. Η Καλυψώ, περισσότερο τροφός παρά ερωμένη, τον περιέθαλψε όταν βρέθηκε ανήμπορος. Του προσέφερε τη λησμονιά, μέσω των λωτών, μέχρι να αποκατασταθούν τα τραύματα του σώματος. Έπειτα από επτά χρόνια στην Ωγιγία, η μνήμη επανέρχεται. Ο Οδυσσέα αντιλαμβάνεται ότι η Τροία δεν κατακτήθηκε απλώς, αλλά λεηλατήθηκε. Καταστράφηκε. Καταστρατηγήθηκαν όλες οι αρχές του, τότε, κόσμου. Δολοφονίες, σφαγές σε άμαχους και βρέφη, βεβήλωση τόπων λατρείας. Το μίσος και η λύσσα θόλωσαν την κρίση. Η ύβρις συντελέστηκε και κάθε στρατηλάτης, κατά την επιστροφή, πήρε μαζί του μια πληγή. Συμβολισμοί για κάθε περίοδο όπου γίνεται αναδιανομή δυνάμεων. Από τον περιορισμένο χώρο της μυθολογίας, με τις παρομοιώσεις τεράτων, μέχρι το σύγχρονο πολυπολικό, η ουσία δεν έχει διαφοροποιηθεί. Η ωμή δύναμη πρωτοστατεί και έχει παραμερίσει τον ορθολογισμό.
Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως η ταινία ξεκινά με τον Δούρειο Ίππο στις ακτές της Τροίας και τελειώνει με το άλογο να ακουμπά πάνω στο ναό της Αθηνάς, στη φλεγόμενη και καταρρέουσα πόλη. Παραβολή για την κατάρρευση του πολιτισμού. Από την εποχή του χαλκού μέχρι την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
TO ΦΕΥΓΑΛΕΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ
Κάθε πρωί ξυπνώντας κρατάω τα κλειδιά ενός κόσμου που βασίλεψα μέσα στ’ όνειρο,
οι μύγες τρέχουν ταραγμένες σαν κάτι πολύ σπουδαίο να έχουν μόλις πληροφορηθεί
οι φτωχοί όταν τους ταπεινώνουν κοιτάζουν στο βάθος του καπέλου τους σα να ’ναι εκεί προφυλαγμένη η αληθινή τους ζωή
πρόσωπα λησμονημένα που δε θέλουν να πεθάνουν
τοπία εντελώς αδιάφορα σαν εκείνους που λένε πολλά
θυμάμαι, παιδί, τα τζιτζίκια ή τις μέλισσες κι ύστερα τους χαμένους συντρόφους εδώ κι εκεί
κάποτε πιάναμε φιλίες με το άγνωστο πίσω απ’ τον καναπέ
αργότερα έφτασε μια νύχτα να τραβήξεις την κουρτίνα για ν’ αντικρίσεις όλο το ανεπίστρεπτο
κι αυτή η αλλόκοτη ευδαιμονία που νιώθεις καμιά φορά, ακόμα κι όταν όλα γύρω σου έχουν γίνει στάχτη – ίσως αυτό είναι ο Θεός
οι αναμνήσεις δεν έχουν οίκτο, η σιωπή είναι η μόνη ελευθερία
η ματαιότητα είναι ένας κήπος όπου παίζουμε τους αθάνατους
μαντίλια αποχαιρετισμού ανεμίζουν στο βάθος – ποιός φεύγει; τι σημασία έχει,
η μητέρα κι ο πατέρας πέθαναν, τ’ αδέρφια πέθαναν, περάσαν τα χρόνια – ούτε τα φαντάσματά τους δεν εμφανίζονται πια,
λοιπόν, γιατί απορείτε που βιάζομαι; είναι μια γνωριμία από μιαν άλλη ζωή και τρέχω να την ξαναβρώ,
στον καθένα μας υπάρχει ένα έγκλημα που το ’χουμε ξεχάσει – αλλά φοβόμαστε τον ύπνο
ο νέος που υπήρξα πεθαίνει ακόμα μες στους καθρέφτες
κι άλλοτε «θα χιονίζει στη Σιβηρία» σκέφτομαι, αλλά θα μου πείτε τι μ’ ένοιαζε – λάθος, γιατί εγώ είμαι διεθνιστής και κρυώνω
η ζωή μας στη διάθεση των άλλων σαν την επιγραφή ενός τάφου
αλλά όταν εν’ αστέρι πέφτει το βράδυ, φέρνει ειδήσεις στα παιδιά
ή όταν φεύγουν τα πουλιά το φθινόπωρο, ποιος θα χτυπήσει φιλικά στον ώμο το φυλακισμένο
και συχνά τις νύχτες οι νεκροί σύντροφοι παραμερίζουν με κόπο τη λήθη για να μου στείλουν λίγα δάκρυα,
κόσμος μικρόψυχος που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται –
ο ήχος ενός σφυριού την ώρα που βραδιάζει, η μυρουδιά ενός μουσκεμένου κήπου, κάποιος περαστικός – πράγματα απόμακρα ή ξένα που κάποτε θα τα θυμηθείς με πόνο
κι αυτή η μυστική εύνοια που σου χαρίζεται όταν σ’ έχουν όλοι εγκαταλείψει
λοιπόν, ποιος είμαι; ποιος είσαι; καιρός να γνωριστούμε καλύτερα – ένα καμπαναριό φεύγει μες στα σύννεφα
ω, ας μην τελειώσει αυτή η νύχτα που διαβαίνω – που διαβαίνω ανυπεράσπιστος κι ωραίος…
ΑΝΤΙΟ
Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα ’χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς έζησα, κουρασμένος από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω
όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ…
Τάσος Λειβαδίτης. Από τη συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή» (1985).
