Home >> Αφιέρωμα >> Εφευρέτης απουσίας

Εφευρέτης απουσίας

Μελωδίες κάποιας αμηχανίας. Όμοια με εκείνη που έχουμε όλοι μας όταν κοιτάζουμε στα μάτια τα παιδιά, με το καθαρό αθώο βλέμμα τους. Όταν δεν βρίσκουμε τις λέξεις για να διηγηθούμε μια ιστορία, ένα παραμύθι. Τραγούδια εφηβικών ονείρων βγαλμένα μέσα από συγχορδίες που προσπαθούσαν να νιώσουν το φούντωμα και το λαμπάδιασμα των αισθήσεων. Πάθη πιο δυνατά και από τις αλυσίδες που βασανίζουν τις ψυχές. Η ανάσα που τρέχει πάνω στις νότες, τους ήχους των οργάνων, στην ανθρώπινη φωνή που εξομολογείται τραγουδώντας όσα δεν βγαίνουν εύκολα σε λόγια.

Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είχε την ατυχία, τη δεκαετία του 1920 και στο μεσοπόλεμο, να δει έναν συνεπώνυμο να κυριαρχεί. Ήταν ο πολυτάλαντος Γρηγόρης Κωνσταντινίδης. Ο βασιλιάς της επιθεώρησης και πρίγκιπας της οπερέτας. Τώρα, ο Κώστας Γιαννίδης, δεν περιορίστηκε στην οπερέτα, το μιούζικαλ ή την επιθεώρηση. Αυτά ήταν το πασατέμπο του. Έργα του, όπως η Βυζαντινή Ραψωδία, παίζονται και σήμερα στη Λυρική Σκηνή.

Κατά πολλούς μελετητές της πορείας του, αν ο Γιαννίδης δεν έφευγε από το Βερολίνο το 1931, τότε σίγουρα, όλη η Ευρώπη θα μιλούσε για εκείνον, βάσει έργου και σπουδών. Στη Γερμανία, την κατακερματισμένη πρωτεύουσα των τεχνών και των θεαμάτων, έφτασε το 1921 ή 1922, διωγμένος από την αγαπημένη του Σμύρνη.

Εκεί συναντάει τον μικρόσωμο, Έλληνα βιολονίστα που πραγματοποιούσε ανώτερες σπουδές, τον Νίκο Σκαλκώτα. Γίνονται φίλοι σε τέχνη και ζωή. Η τριβή και ο τρυφερός ανταγωνισμός επηρεάζει τους δύο μουσικούς και μεταξύ τους ακμάζει η πρωτοτυπία, η λάμψη και η ποικίλη θεματολογία με το πρωτόπλασμα της εφηβικής ψυχής. Οι ανάγκες και η επιθυμία του να ζήσει από κοντά την ατμόσφαιρα του Βερολίνου, τον ωθεί στο να καθίσει στο πιάνο. Το παθιασμένο τάνγκο έκανε τη λαβωμένη του είσοδο στην παγωμένη Ευρώπη και ο Γιαννίδης, με αυτό το ρυθμό και τη μουσική φαντασία, γίνεται περιζήτητος.

Tα τραγούδια των ανθρώπων” του Ναζίμ Χικμέτ

Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Έγραψε πολλά τραγούδια στα γερμανικά, σε στίχους Γερμανών ποιητών. Έφτασε 19 ετών και έφυγε από εκεί 29. Τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους σε ένα βουρκωμένο όνειρο. Διότι, όπως έλεγε και ο ίδιος, ο καιρός, οι συνθήκες, το κρύο και η ανέχεια δεν είναι καλοί συνήγοροι για τη δημιουργικότητα ενός νέου.

Πιότερο απ’ τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου ‘τυχε ν’ απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ’ απατήσανε.

Όταν πήγε στο Βερολίνο, η πόλη είχε μια άλλη γοητεία για τον ίδιο. Έπειτα, με φοιτητές μουσικής και κυρίως με το Σκαλκώτα, το 1927, βοηθήθηκε πολύ. Τότε, έγινε δεκτή μια οπερέτα του σε κρατίδιο της βόρειας Γερμανίας. Έπρεπε σε διάστημα 15 ημερών να προβεί στην ενορχήστρωση της. Πράγμα απαγορευτικό, καθώς δυσκολευόταν μπροστά σε τέτοια εγχειρήματα. Ο φίλος του, έδωσε τη λύση.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Γεννήθηκε στο σημαντικότερο λιμάνι της ανατολικής Μεσογείου, στις 21 Αυγούστου 1903. Οι Σμυρνιοί μουσικοί και συνθέτες ήταν όλοι τους έντεχνοι. Εκείνη την εποχή στη Σμύρνη άνθιζε η περιβόητη Εστουδιαντίνα, ορχήστρα μαντολινάτας η οποία είχε πετύχει το θαύμα να παντρεύει τους ήχους της μαζί με παραδοσιακά λαϊκά όργανα. Ο Γιαννίδης χάιδεψε τα πρώτα πλήκτρα επάνω στο πιάνο του κορυφαίου αυτού σπουδαστηρίου.

Σ’αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ’ όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ’ όσες χώρες γνώρισα
απ’ όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ’ έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια…

(Απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος)

Το 1909 ήρθε σε επαφή με το θέατρο και αργότερα με το μουσικό θέατρο. Τότε, βλέπει για πρώτη φορά τον περιοδεύοντα θίασο του Γιάννη Παπαϊωάννου. Οι οπερέτες και οι επιθεωρήσεις γίνονται για το παιδί, ζωντανό σεμινάριο. Στην αρχή μπέρδευε το θέατρο της πρόζας με το τσίρκο αλλά όχι με το θηριοτροφείο!

Το θέατρο δίπλα στην παραλία λεγόταν Σπόρτινγκ. Ήταν το καλύτερο θέατρο της Σμύρνης. Η παράσταση κόκκινο βελούδο. Όμως, όταν σηκώθηκε η αυλαία απογοητεύτηκε. Εκείνος, ηλικίας τεσσάρων ετών, περίμενε να βγούνε τα θηρία αλλά αντ’ αυτών έβλεπε πεινασμένα μεν θηρία, σε μορφή  δε ανθρώπων, να πηγαινοέρχονται στη σκηνή. Τότε, άκουσε το όνομα της ηθοποιού Κυβέλης. Αργότερα, ανακάλυψε το μύθο της.

Ο υπεύθυνος, για την αλλαγή στη σειρά ονόματος και επωνύμου ήταν ο συνεργάτης του, Δημήτρης Γιαννουκάκης. Αναγκάστηκε να πείσει τον εαυτό του ότι ονομαζόταν Κώστας και ότι τον είχε γεννήσει κάποιος Γιαννίδης. Πάντως ήταν καλύτερο από το Κωνσταντίνος Παλαιολόγος που είχε πιστέψει, σε πρώτη φάση, στη σχετική πλάκα στα καμαρίνια. Μέχρι το 1933, έπαιζε σε δύο επίπεδα. Με το πραγματικό του όνομα, καταξιώθηκε στο χώρο, της σοβαρής, μουσικής.

Στη λόγια μουσική του, χρησιμοποιεί μέλη από τη δημοτική παράδοση της πατρίδας και άλλων γειτονικών χωρών για να συνθέσει έντεχνα κομμάτια. Με αφετηρία τη, μονάκριβη, Μικρασιάτικη μουσική και την ελληνική δημοτική. Με σεβασμό στο πρωτότυπο υλικό και παρουσίαση με αυθεντικότητα και γνησιότητα στην ποιότητα της σύνθεσης είτε πρόκειται για ορχήστρα είτε για το θέατρο είτε για δύο πιάνα είτε για μουσική δωματίου.

 

Με μεγάλη συμπάθεια πλησίαζε και τους νεότερους δημιουργούς. Δεν ήταν δεσμευμένοι σε οποιαδήποτε μουσική φόρμα και ετούτο ήταν απελευθερωτικό! Κάποια στιγμή, το Πόσο Λυπάμαι, παραλίγο να μείνει σε μια αποθήκη θεάτρου καθώς ο θεατρικός επιχειρηματίας τον επέπληξε λέγοντάς τους ότι γράφοντας τέτοια κομμάτια, παίζει με τα λεφτά του…

Τα δικά του τραγούδια τα άκουγε όταν τα έγραφε. Έπειτα, τα ξεχνούσε. Φαίνεται πως δίκαια συγκινούσαν τον κόσμο καθότι με το πέρασμα των χρόνων απέκτησαν μυθικές διαστάσεις!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *