ΑφιέρωμαΜουσικήΤαινίεςΤέχνες

Ο Μίκης στο λευκό πανί

Περισσότερο γνωστή είναι η συμφωνική του μουσική όπως και η μελοποίηση ποιημάτων. Η ποίηση στο τραπέζι του καθενός, δίπλα στο ψωμί και το κρασί. Δημιουργίες για τον άγνωστο πολίτη, τον ευαίσθητο συνάνθρωπο.

Αρχή με την ταινία Εύα το 1953, στο Παρίσι. Δούλεψε στα στούντιο Roma. Μετά ο Κώστας Γραβράς, η Ειρήνη Παπά. Όλα αυτά ανάμεσα σε συγκεντρώσεις και πάλη για τον αντιδικτατορικό αγώνα. Πού μυαλό για μουσική όπως έλεγε στον Πάνο Χρυσοστόμου και ο ίδιος.

Ο ογκόλιθος του ελληνικού πολιτισμού δημοσίευσε μέσω του Πατσιφά σε μικρό Lp μέρος της μουσικής του για κινηματογράφο, ξεκινώντας από την ταινία “Φαίδρα”. Μουσικές ως τότε άγνωστες στο ελληνικό κοινό.

Σε μια γειτονιά της Αθήνας, κάτω από τον λόφο του Φιλοπάππου, κοντά στα Άνω Πετράλωνα (λατομείο παλιότερα), γνωστή με την ονομασία Ασύρματος, παρακολουθούμε τον αγώνα των ανθρώπων, κάτω από άθλιες συνθήκες, να επιβιώσουν, να ξεφύγουν από τη μιζέρια.

Το θέμα της ταινίας, αλλά και οι συντελεστές της, όλοι «μπλεγμένοι» με την Αριστερά, προκαλούν την αντίδραση του καθεστώτος, που εκδηλώνεται με πολλές μορφές.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, εμφανίζονται παρακρατικοί, τραμπούκοι, που προσπαθούν να διακόψουν τα γυρίσματα, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι.

Μετά την «Οδύσσεια» των γυρισμάτων, η ταινία περνάει από τα «σαράντα κύματα» της λογοκρισίας. Κατά σειρά:

Περνάει από την επιτροπή προληπτικής λογοκρισίας, στη συνέχεια περνάει από την ειδική επιτροπή για τη χορήγηση άδειας «γυρίσματος», κατόπιν περνάει (για δεύτερη φορά) από την επιτροπή ελέγχου του υπουργείου, για να πάρει άδεια προβολής, και τέλος περνάει και από την επιτροπή ελέγχου κινηματογραφικών ταινιών του υπουργείου για να πάρει άδεια προβολής στο Φεστιβάλ της Βενετίας!

Εννοείται ότι σε κάθε βήμα, σε κάθε επιτροπή, έπεφτε και το ανάλογο «πετσόκομμα» της ταινίας, σε τέτοιο βαθμό, που ο Αλεξανδράκης δήλωσε: «Από τη στιγμή που κόπηκε, δεν με αφορά»…

Ωστόσο, οι περιπέτειες της ταινίας, δεν τέλειωσαν εκεί.

Μετά τον σφαγιασμό από τη λογοκρισία, η ταινία πήρε την άδεια προβολής και η πρώτη προβολή ορίστηκε για τις 3 Αυγούστου, στον κινηματογράφο «Ράδιο Σίτυ».

Εκείνη την ημέρα, στις 11 το πρωί, το «Ράδιο Σίτυ» ήταν κατάμεστο, από εκπροσώπους του καλλιτεχνικού κόσμου, εκπροσώπους ξένων πρεσβειών, δημοσιογράφους. Όμως, λίγα λεπτά μετά την έναρξη, η προβολή διακόπτεται και η αίθουσα βυθίζεται στο σκοτάδι…

Ιδού, πως παρουσιάζει τα γεγονότα, η «Καθημερινή», της 4ης Αυγούστου 1961:

«Είχε ήδη αρχίσει η δοκιμαστική προβολή της εις τω «Ράδιο-Σίτυ» ενώπιον κριτικών τού κινηματογράφου, ξένων μορφωτικών ακολούθων, αντιπροσώπων τού Τύπου και γνωστών ηθοποιών, όταν κατέφθασαν αστυνομικά όργανα τού ΙΣΤ΄ τμήματος και εκτελούντα διαταγάς απηγόρευσαν τήν προβολήν της ταινίας. Οι παριστάμενοι διεμαρτυρήθησαν ζωηρώς. Ο ζωηρότερον διαμαρτυρηθείς ηθοποιός κ. Αλέκος Λειβαδίτης συνελήφθη και ωδηγήθη εις τό τμήμα αφεθείς ακολούθως ελεύθερος. Τελικώς οι αστυνομικοί εξέβαλον εκ τής αιθούσης τούς προσκληθέντας εις τήν προβολήν. Τό περίεργον είναι ότι η ταινία αυτή, δεν φαίνεται να παρουσιάζη κανένα προκλητικό στοιχείον καμμιάς φύσεως και δεν περιέχει ούτε άσεμνες σκηνές, ούτε προπαγανδιστικές, και πολλοί που τήν έχουν δη, έχουν πιστοποιήσει ότι πρόκειται απλώς περί ταινίας «ιταλικού τύπου», με ήρωας αλήτας που ζουν σε φτωχογειτονιά. Αλλά οι αλήται αυτοί, γεμάτοι ανθρώπινα αισθήματα, σώζουν τήν ζωήν τής γρηάς που ξεκινούν για να ληστέψουν και μετανοούν για όλες τις κακές τους πράξεις και ακόμη και για τις κακές τους προθέσεις.

Η ταινία προβλήθηκε στη συνέχεια, στην κουτσουρεμένη κόπια, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε τα βραβεία καλύτερης φωτογραφίας για τον Δήμο Σακελαρίου και δεύτερου ανδρικού ρόλου για τον Μάνο Κατράκη.

Επίσης, η Ένωση Ελλήνων Κριτικών έδωσε τα βραβεία πρώτου ανδρικού ρόλου στον Αλέκο Αλεξανδράκη και μουσικής στο Μίκη Θεοδωράκη.

Προβλήθηκε ακόμη στη Σοβιετική Ένωση (όπου πήρε το βραβείο του Διεθνούς Φεστιβάλ Μόσχας), στην Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, με μεγάλη επιτυχία.

Στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, αφού η προβολή της στην υπόλοιπη χώρα απαγορεύθηκε.

Η πρωτότυπη μουσική, η τελευταία του μουσική για φιλμ, ο 7ος ήλιος του Έρωτα, ειδικά φτιαγμένη για κινηματογραφική ταινία, όπως του τη ζήτησε ο Βαγγέλης Σερντάρης το 2001.

Το 1973, στο φιλμ Σέρπικο χρησιμοποιήθηκαν θέματα της μουσικής του Θεοδωράκη, σε ένα ρόλο κομβικό, οριακό και σίγουρα σηματωρό για την καριέρα του Αλ Πατσίνο. Οι διεφθαρμένοι αρμοί του αστικού κράτους, η συνείδηση και η ηθική ενός λειτουργού του, η αντίθεση και η σύγκρουση με τις δομές της παραοικονομίας.

Το 1962, η μουσική στους στίχους του αδερφού του Γιάννη Θεοδωράκη. Το σπουργίτι με το μοναδικό μαύρο φόρεμα, την αισθαντική φωνή και τον ανεκπλήρωτο έρωτα προς το Δημήτρη Χορν. Η Εντίθ Πιάφ. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις πρώτες ηχογραφήσεις καταγράφεται και με τον τίτλο «Θα γίνεις δικιά μου». Περιλαμβάνεται στους «Λιποτάκτες», τον πρώτο κύκλο τραγουδιών που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.

«Έως το 1960 δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το νου πως τα τραγούδια αυτά, που εκτός από μένα τ’ άκουγε μόνο η Μυρτώ και δυο-τρεις στενοί φίλοι, θα μπορούσαν ποτέ να ενδιαφέρουν ένα ευρύτερο κοινό. Πολύ περισσότερο να βγουν σε δίσκους», σημειώνει ο συνθέτης στο ένθετο της επανακυκλοφορίας του δίσκου, το 2003.

Την ίδια χρονιά ηχογραφείται η πρώτη διασκευή – μεταφορά του τραγουδιού σε άλλη γλώσσα. Με τον τίτλο “Les amants de Teruel” το τραγούδι ερμηνεύεται συγκλονιστικά από την Εντίθ Πιαφ στην ταινία με τον ίδιο τίτλο, σε σκηνοθεσία Jacques Plante.

Αγαπούσε πάντοτε το Χόλιγουντ εκτός από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Τότε γράφτηκαν οι καλύτερες παρτιτούρες για κινηματογράφο. Μάλιστα, τέλη της δεκαετίας του 1960, του έδιναν σπίτι με 20 δωμάτιο, αυτοκίνητο με οδηγό και κάθε άλλη άνεση προκειμένου να μετακομίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ο ίδιος, με τη σύμφωνη γνώμη και του δικηγόρου του, Θόδωρου Πάγκαλου, αρνιόταν διότι είχε ταχθεί στον αγώνα ανατροπής της εγχώριας τυραννίας.

Υπηρετεί τις προθέσεις του σκηνοθέτη, έλεγε πως παρατηρούσε τις συγκρούσεις και τις συναισθηματικές εντάσεις των ηθοποιών, ερμήνευε κάθε σεκάνς ξεχωριστά, αντλούσε το υλικό, το φορτίο λόγων και πράξεων, έφτανε στο αποτέλεσμα και μετά στη σύνθεση.

Το 1972 ο Κώστας Γαβράς σκηνοθετεί την ταινία “Κατάσταση πολιορκίας” με τον Ιβ Μοντάν, ο οποίος απάγεται από τους Τουπαμάρος. Το μουσικό θέμα που ακολουθεί ακούστηκε και ηχογραφήθηκε για το Κάντο Χενεράλ του Πάμπλο Νερούδα. Αργότερα, το διασκεύασαν και το προσάρμοσαν στο ύφος της Λατινικής Αμερικής, το γκρουπ Λος Καλτσάκις.

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές του τοποθετήσεις, τις αντιδραστικές στροφές των τελευταίων ετών, είναι αναμφίβολα ένα σύμβολο το οποίο έψαξε βαθιά, ανακάλυψε την ελληνικότητα μέσα από την αξία της οικουμενικότητας και έδωσε πνοή στον παγκόσμιο πολιτισμό.

Ετικέτες

Related Articles

Δείτε επίσης

Close
Back to top button
Close
Close