Home >> Βιβλία >> Συσχετίσεις του θείου Βάνια

Συσχετίσεις του θείου Βάνια

Το 1899 πρωτοπαρουσιάστηκε στη Ρωσία ο “θείος Βάνιας” του Τσέχοφ. Τότε, ο συγγραφέας, γράφει στο σκηνοθέτη της παράστασης, Α. Σερεμπρόφ Τιχόνοφ:“Λέτε πως κλάψατε στα έργα μου. Εγώ, όμως δεν τα έγραψα για αυτό. Εγώ ήθελα να πω τίμια στους ανθρώπους: Κοιταχτείτε, κοιτάξτε πόσο άσκημα και πληκτικά ζείτε όλοι σας”!

Ο Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ γεννήθηκε στα 1860 στο Τανγκανρόκ και πέθανε στη Γερμανία σε ηλικία 44 χρόνων. Ο έξοχος πεζογράφος και κορυφαίος θεατρικός συγγραφέας, ήταν ένας από τους τρεις γιους ενός μικρέμπορου και εγγονός δουλοπάροικου που είχε εξαγοράσει την ελευθερία του στα 1841. Η τυραννικότητα, ο αλκοολισμός, η θρησκοληψία του πατέρα και η φτώχεια, έκαναν μαρτυρικά τα παιδικά του χρόνια. Μοναδική του ανακούφιση ήταν η στοργή και η τρυφερότητα της μητέρας του που επέδρασε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Ο νεαρός Τσέχοφ είχε αρχίσει να ερωτοτροπεί με τη λογοτεχνία που αργότερα θα την ονομάσει “ερωμένη”, σε αντίθεση με τη “νόμιμη γυναίκα” του που ήταν η ιατρική επιστήμη που τη σπούδασε και την άσκησε με υπευθυνότητα. Το 1900 η Ακαδημία Επιστημών τον εκλέγει μέλος της. Δυο χρόνια αργότερα ο Τσέχοφ θα παραιτηθεί, όπως και ο Κορολένκο από την Ακαδημία, επειδή η εκλογή του Γκόρκι ακυρώθηκε ύστερα από επέμβαση του Τσάρου Νικολάου του Β. Συνεπής, είρων, ειλικρινής, ιδιοφυής, ο Άντον Τσέχοφ υποστήριζε ότι σκοπός της λογοτεχνίας είναι η απόλυτη, η τίμια αλήθεια, κάτι που επιδίωξε σε όλο του το έργο. Αλλά η επιστημονική του αλήθεια, περνούσε μέσα από το πρίσμα της ειρωνείας και της συμπόνιας. Αντικειμενικός, λιτός, καίριος, σαρκάζει τη βλακεία, την έπαρση, την αμάθεια, την ψευτιά, τη σκληρότητα, ενώ δείχνει τη συμπάθειά του για τους αφανείς ήρωες που δούλεψαν, κουράστηκαν, εξοντώθηκαν και στερήθηκαν τις χαρές της ζωής.

Στο έργο παρουσιάζεται η καταπιεσμένη ζωή στην επαρχία η οποία εκφράζεται από τον Ιβάν (θείο Βάνια) και την ανύπαντρη ανιψιά του, Σόνια. Οι δυο τους, μαζί με τη μητέρα του Ιβάν, φροντίζουν την περιουσία του πατέρα της Σόνιας. Αμφότεροι, θεωρούν ότι εργάζονται για έναν ανώτερο σκοπό διότι ο καθηγητής είναι ο οργανικός διανοούμενος, απολογητής ενός συστήματος με κατάλοιπα φεουδαρχίας και χαμηλό επίπεδο βιομηχανικής ανάπτυξης. Πρόκειται κατ’ουσία για έναν κενό άνθρωπο, που δεν ενδιαφέρεται παρά για τον εαυτό του. Αδιάφορο του είναι το κτήμα, η κόρη του, ο γαμπρός, οι κόποι, οι θυσίες, οι στερήσεις των άλλων. Η πίκρα πλημμυρίζει το Βάνια. Ο τελευταίος, μετρώντας τα χρόνια που του απομένουν (13 αναφέρει, υποδεικνύοντας και το πώς η σκληρή ζωή κατέτρωγε τους ανθρώπους) αποχαιρετά με θλίψη όλα αυτά τα χρόνια που πήγαν χαμένα σε μια αυταπάτη, σε μια λαθεμένη εκτίμηση.

Παράλληλα, υπάρχουν σαφείς υπαινιγμοί αναφορικά με την απόρριψη κάθε θεϊκής παρέμβασης στη ζωή των ανθρώπων. Εκείνη, καθορίζεται, ολοκληρωτικά από τη φύση και την επενέργεια των ζώντων οργανισμών. Έτσι, όσο προχωρά η αστικοποίηση, η νατουραλιστική απεικόνιση, όμοια με χαρτογράφηση πληθυσμών της υπαίθρου σε πίνακα ζωγραφικής, υποχωρεί και με μια απλή προέκταση του αξιώματος συναντάμε τα προβλήματα για την ύπαρξη τα οποία θα εξετάσουμε και παρακάτω.

Να δούμε τι αναφέρει ο Λένιν για την εποχή, με τη ματιά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην τέχνη:

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της επανάστασής μας είναι ότι ήταν αγροτική αστική επανάσταση σε μια εποχή πολύ μεγάλης ανάπτυξης του καπιταλισμού σ’ όλο τον κόσμο και σχετικά μεγάλης ανάπτυξής του στη Ρωσία. Ήταν αστική επανάσταση, γιατί το άμεσο καθήκον της ήταν η ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας, της τσαρικής μοναρχίας και η κατάργηση της τσιφλικάδικης γαιοκτησίας και όχι η ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Η αγροτιά ειδικά δεν κατανοούσε αυτό το τελευταίο καθήκον, δεν κατανοούσε τη διαφορά του από τα πιο κοντινά και άμεσα καθήκοντα του αγώνα. Και ήταν αγροτική αστική επανάσταση, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες έβαζαν σε πρώτη γραμμή το πρόβλημα της αλλαγής των βασικών συνθηκών ζωής της αγροτιάς, της συντριβής της παλιάς μεσαιωνικής γαιοκτησίας, «του καθαρίσματος του εδάφους» για τον καπιταλισμό, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες πρόβαλαν στο στίβο τη λίγο-πολύ ανεξάρτητη ιστορική δράση των αγροτικών μαζών.

(…)

Το ακατάπαυστο και γεμάτο από βαθύτατο αίσθημα και φλογερότατη αγανάκτηση κατηγορώ του ενάντια στον καπιταλισμό δίνει όλη τη φρίκη του πατριαρχικού αγρότη που πάνω του ρίχνεται ένας καινούργιος, αόρατος, ακατανόητος εχθρός, που έρχεται κάπου απ’ την πόλη ή κάπου από το εξωτερικό, καταλύοντας όλα τα «θεμέλια» της ζωής του χωριού, φέρνοντας μαζί του πρωτοφανέρωτη καταστροφή, εξαθλίωση, λιμοκτονία, βαρβαρότητα, πορνεία, σύφιλη, όλα τα δεινά της «εποχής της πρωταρχικής συσσώρευσης», επαυξημένα στο εκατονταπλάσιο με τη μεταφορά στο ρωσικό έδαφος των νεότατων τρόπων ληστείας, που επεξεργάστηκε ο κύριος Κουπόν.

Ο φλογερός όμως διαμαρτυρόμενος, ο γεμάτος πάθος κατήγορος, ο μεγάλος κριτικός έδειξε ταυτόχρονα στα έργα του μια τέτοια έλλειψη κατανόησης των αιτίων της κρίσης και των μέσων για την απαλλαγή από την επερχόμενη κρίση στη Ρωσία, που θα ταίριαζε μόνο σ’ ένα συγγραφέα με ευρωπαϊκή μόρφωση. Ο αγώνας ενάντια στο δουλοπαροικιακό και αστυνομικό κράτος, ενάντια στη μοναρχία, μετατρεπόταν στα έργα του σε άρνηση της πολιτικής, κατέληγε στη διδασκαλία της «μη αντίστασης στο κακό», οδήγησε στην ολοκληρωτική απομάκρυνσή του από τον επαναστατικό αγώνα των μαζών το 1905-1907. Ο αγώνας ενάντια στην επίσημη εκκλησία ταυτιζόταν με την κήρυξη μιας νέας, αποκαθαρμένης θρησκείας, δηλαδή ενός νέου, αποκαθαρμένου, ραφιναρισμένου δηλητηρίου για τις καταπιεζόμενες μάζες. Η άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας γης δεν οδηγούσε στη συγκέντρωση όλου του αγώνα ενάντια στον πραγματικό εχθρό, ενάντια στην τσιφλικάδικη γαιοκτησία και το πολιτικό όργανο της εξουσίας της, δηλαδή τη μοναρχία, αλλά σε ονειροπαρμένους, αόριστους, ανίσχυρους αναστεναγμούς. Το κατηγορώ του ενάντια στον καπιταλισμό και τα δεινά που φέρνει στις μάζες ανακατευόταν με μια τελείως παθητική στάση απέναντι στην παγκόσμια απελευθερωτική πάλη που κάνει το διεθνές σοσιαλιστικό προλεταριάτο.

Β.Ι. ΛΕΝΙΝ Άπαντα, τ. 20. σελ. 19-24, αποσπάσματα. 

Κλείνουμε τη σημερινή μας αναφορά στο “Θείο Βάνια” του Τσέχοφ, αφού πρώτα σταθούμε και στην περίπτωση της Σόνιας. Μεγάλη πια, για τα ήθη της εποχής, για γάμο. Η ενδόμυχη φιλοδοξία και ο έρωτάς της για το γιατρό που κουράρει τον πατέρας της, δε βρίσκει ανταπόκριση. Η ευρυχωρία και και καλοκαρδοσύνη της δεν την εγκαταλείπουν ακόμα και στις δύσκολες στιγμές. Όταν περάσει η οικογενειακή αναταραχή, σπεύδει να τακτοποιηθεί στη βολή της προηγούμενης κατάστασης καταπνίγοντας τα αισθήματα και τις προσδοκίες της. Το έργο ολοκληρώνεται με ένα σπαρακτικό μονόλογο από την ίδια, κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Δίνουμε το λόγο στο Φερνάντο Πεσσόα και το έργο του,  Το βιβλίο της ανησυχίας (του Μπερνάντο Σοάρες) – Τόμος Α – εκδ. Εξάντας, 2004, μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα.

Αγαπάω, τα αργόσυρτα καλοκαιρινά βράδια, την ησυxία της κάτω πόλης, και προπάντων την ησυxία που η αντίθεση την κάνει ακόμη εντονότερη στα μέρη που την ημέρα σφύζουν από κίνηση.

Η Ρούα ντου Αρσενάλ, η Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι θλιβεροί δρόμοι που εκτείνονται προς τα ανατολικά, μετά το τέρμα της Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι έρημες αποβάθρες σε ευθεία γραμμή, όλα αυτά με ανακουφίζουν από τη μελαγχολία μου, αν κάποιο από εκείνα τα βράδια εισxωρήσω στη μοναξιά των διαδρομών τους. Ζω σε μια εποχή παλαιότερη από αυτή στην οποία ζω. Απολαμβάνω να νιώθω πως είμαι σύγχρονος του Σεζάριο Βέρδε, κι έχω μέσα μου όχι άλλους στίχους σαν τους δικούς του, αλλά την ίδια ουσία από την οποία είναι φτιαγμένοι οι στίχοι του. Περιφέρω, μέχρι να πέσει η νύχτα, μια αίσθηση ζωής ίδια με αυτών των δρόμων.

Τη μέρα είναι γεμάτοι από φασαρία που δεν σημαίνει τίποτα. Τη νύχτα είναι γεμάτοι από έλλειψη φασαρίας, που πάλι δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ τη μέρα είμαι ένα τίποτα, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μένα και τους δρόμους από την πλευρά της Αλφάντεγκα, εκτός από το ότι αυτοί είναι δρόμοι και εγώ ψυχή, το οποίο μπορεί να μην έχει καμιά σημασία μπροστά στην ουσία των πραγμάτων. Υπάρχει ένα κοινό πεπρωμένο, καθότι αφηρημένο, για τους ανθρώπους και τα πράγματα – ένας εξίσου αδιάφορος ορισμός στην άλγεβρα του μυστηρίου.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα… Εκείνες τις αργές και άδειες ώρες ανεβαίνει από την ψυχή στο πνεύμα μου μια θλίψη ολόκληρου του είναι μου, η πίκρα ότι όλα είναι μια αίσθηση δική μου και συνάμα ένα πράγμα εξωτερικό, που δεν είναι στο χέρι μου να το αλλάξω. Αχ, πόσες φορές τα όνειρά μου υψώνονται μπροστά μου σαν πράγματα, όχι για να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα, αλλά για να μου πουν ότι της μοιάζουν στο ότι δεν τα θέλω, στο ότι εμφανίζονται ξαφνικά απ’ έξω, όπως το τραμ που κάνει στροφή στο βάθος του δρόμου ή όπως η φωνή του νυχτερινού ντελάλη -τι να διαλαλεί αραγε;-, που ξεχωρίζει, αραβική μελωδία, σαν απρόσμενο σιντριβάνι, στη μονοτονία του δειλινού.

Περνούν μέλλοντα ζευγάρια, περνούν μοδιστρούλες δυο δυο, περνούν νεαρoί στο κατόπι της ηδονής, καπνίζουν στο αιώνιo πεζοδρόμιό τους οι συνταξιούχοι των πάντων, πού και πού βγαίνουν στην πόρτα τους για λίγο οι ακίνητοι αλήτες που λέγονται μαγαζάτορες. Αργοί, γεροδεμένοι και καχεκτικοί, οι νεοσύλλεκτοι υπνοβατούν σε παρέες άλλοτε πολύ θορυβώδεις, άλλοτε παραπάνω κι από θορυβώδεις. Πότε πότε εμφανίζεται και κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος. Τούτη την ώρα τα αυτοκίνητα δεν είναι πολλά. Αυτά εδώ είναι μουσικά. Στην καρδιά μου υπάρχει μια αγωνιώδης ειρήνη, και η ηρεμία μου είναι καμωμένη από παραίτηση.

Όλα περνούν και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής.

 Αντιμετωπίζω με ηρεμία, χωρίς τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι είναι για την ψυχή ένα χαμόγελο, το ενδεχόμενο να κλείσω για πάντα τη ζωή μου σ’ αυτή τη Ρούα ντος Ντοραδόρες, σ’ αυτό το γραφείο, σ’ αυτή την ατμόσφαιρα τούτων των ανθρώπων. Νά ‘χω κάτι για να τρώω και να πίνω, και κάπου να μένω, και λίγο ελεύθερο χρόνο για να ονειρεύομαι, να γράφω, να κοιμάμαι’ τι άλλο μπορώ να ζητήσω από τους θεούς ή να ελπίσω από τη μοίρα;

 Είχα μεγάλες φιλοδοξίες και υπέρμετρα όνειρα – αλλά τα ίδια είχαν και το παιδί για τα θελήματα και η μοδίστρα, γιατί όνειρα έχει όλος ο κόσμος. Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι η δύναμη να τα υλοποιούμε ή η τύχη να τα βλέπουμε να υλοποιούνται για μας.

Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *