Home >> Αφιέρωμα >> Ο Αρχαγγελικός λεβέντης

Ο Αρχαγγελικός λεβέντης

Στις 8 Φεβρουαρίου 1980, έφυγε από τη ζωή μια από τις σημαντικότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού και ένας από τους μεγαλύτερους λυράρηδες της Κρήτης, ο Νίκος Ξυλούρης.

Τα παιδικά χρόνια 

Ο Νίκος Ξυλούρης γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1936 στα Ανώγεια Ρεθύμνου. Στις 13 Αυγούστου του 1941 οι γερμανοί κατακτητές εισέβαλαν στο χωριό του και το έκαψαν. Οι κάτοικοι, μαζί τους και ο πεντάχρονος Νίκος, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην κοιλάδα του Μυλοποτάμου, για να επιστρέψουν στον τόπο τους τρία χρόνια αργότερα, μετά την απελευθέρωση.

Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε πολύ αντίξοες συνθήκες, όπως και όλοι οι συγχωριανοί του. Η ανάγκη της επιβίωσης τον φέρνει στο Ηράκλειο, όπου πολύ σύντομα δείχνει την ιδιαίτερη κλίση του στη μουσική. Ο ίδιος αφηγείται ότι πολύ μικρός άκουσε ένα συγγενή του να παίζει λύρα και από τότε του καρφώθηκε η ιδέα να μάθει το όργανο.

Τελικά, μετά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, αλλά και την υποστήριξη του δασκάλου του, σε ηλικία 10 ετών αποκτά την πρώτη του λύρα. Σταματά το σχολείο στην 3η δημοτικού και αρχίζει τα μαθήματα δίπλα στο λυράρη Λεωνίδα Κλάδο. Μετά από ενάμιση χρόνο παίζει σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, ως «παιδί θαύμα», σ΄ όλη την Κρήτη.

Στα 17 του αποφάσισε να μετακομίσει στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο “Κάστρο”. Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη “μόδα” της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν. Τα έσοδα του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές. Γνώρισε την Ουρανία Μελαμπιανάκη, στις 21 Μαΐου του 1958 παντρεύτηκαν και τον ίδιο Σεπτέμβρη μετακόμισαν στο Ηράκλειο Κρήτης.

Ηράκλειο- Αθήνα 

Σιγά σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει. Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστός και το Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο “Μια μαυροφόρα που περνά”. Ο δίσκος αγαπήθηκε από το κοινό κι έτσι ο Νίκος ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών. Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του Γιώργος και το 1966 η κόρη του Ρηνιώ. Την χρονιά της γέννησης της κόρης του κέρδισε και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν-Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι. Την επόμενη χρονιά άνοιξε στο Ηράκλειο το μουσικό κέντρο «Ερωτόκριτος».

Το 1969 ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία το δίσκο “Ανυφαντού” και λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε και πάλι σε Αθηναϊκό μουσικό κέντρο. Οι καταστάσεις όμως πλέον είχαν ωριμάσει και ο κόσμος τον υποστήριζε περισσότερο. Έτσι μετακόμισε και πάλι στην Αθήνα. Γνώρισε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό ο οποίος αποφάσισε να τον συστήσει στο Γιάννη Μαρκόπουλο και έτσι ξεκίνησε μια λαμπρή συνεργασία με το δίσκο “Χρονικό” και τα “Ριζίτικα”. Παράλληλα γνωρίστηκε με τον διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας COLUMBIA, Τάκη Λαμπρόπουλο, και έγιναν κουμπάροι.

Σύμβολο αντίστασης 

Τον Μάιο του 1971 Ξυλούρης και Μαρκόπουλος, ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στην μπουάτ “Λήδρα” στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. “Πότε θα κάνει ξαστεριά” ,”Αγρίμια κι αγριμάκια μου”…Ακολουθούν δυο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η “Ιθαγένεια” και ο “Στρατής ο θαλασσινός” αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο (“Διόνυσε καλοκαίρι μας”, “Συλλογή”), τον Χριστόδουλο Χάλαρη (“Τροπικός της παρθένου”, “Ακολουθία”) και τον Χρήστο Λεοντή (“Καπνισμένο τσουκάλι”).

Το καλοκαίρι του 1973 κρατά τον καθοριστικό ρόλο τραγουδιστή σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο “Αθήναιον” με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Είναι “Το μεγάλο μας τσίρκο”. Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επώνυμες παρουσίες στο χώρο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών.

“Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν χτες στο Πολυτεχνείο” ενημερώνουν, μετατρέποντας τον ήδη φορτισμένο πολιτικά τραγουδιστή σε “Κόκκινο πανί” της μεταλλαγμένης δικτατορικής κυβέρνησης που ακολουθεί. Από τη “Λήδρα” στην “Αρχόντισσα”, μετά στην “Αποσπερίδα”. Ξανά στη “Λήδρα”, μετά στο “Κύτταρο” και στο “Θεμέλιο”. Είναι οι έξι σταθμοί του στις μπουάτ μέχρι το 1979. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου.

Η τελευταία περίοδος 

Παράλληλα ηχογραφεί τα “Αντιπολεμικά” τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον “Αργαλειό”, το “Φιλεντέμ”, τον “Πραματευτή” αλλά και το “Μεσοπέλαγα αρμενίζω” ακούγεται ξανά έντονα η φωνή του. Τώρα λέει και πάλι “τραγούδια ζωής”. Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται.

Ύστερα από ταλαιπωρία ενός χρόνου με την επάρατη νόσο, φεύγει για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου του 1980.

«Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο..»

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο»

Το έργο διατρέχει, με σατυρικό, αλλά και δραματικό τρόπο, τη νεότερη ελληνική ιστορία από την Τουρκοκρατία και τα χρόνια του Όθωνα έως τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη γερμανική Κατοχή.

Ο Κώστας Καζάκος, με συνέντευξη του στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, αναφερόμενος σε σε κρυφές πτυχές της παράστασης, σημείωσε:

«Το 1972, λοιπόν, ωρίμασαν τα πράγματα και έπεσε η ιδέα να φτιάξουμε ένα σπονδυλωτό έργο, που να είναι ένα πανόραμα της ελληνικής ιστορίας. Ο Καμπανέλλης σκέφτηκε ότι η Ελλάδα είναι σαν τον Κρόνο που έτρωγε τα παιδιά του. Και απάνω εκεί, κουβέντα στην κουβέντα, ξεκίνησε να γράφει ένα σπονδυλωτό, ιστορικό έργο, σε επεισόδια, ξεκινώντας από τους Μακεδόνες και τον Φίλιππο και φτάνοντας ως την Κατοχή.

Έγραφε πέντε επεισόδια, τα πήγαινα στη λογοκρισία, μου άφηναν μισό. Έγραφε 10 επεισόδια, τα πήγαινα, μου άφηναν δύο. Τα άλλα τα πέταγαν. Κι έπρεπε να φτιάξουμε 10-12 επεισόδια για να μπορέσουμε να έχουμε ένα έργο. Είχαμε πάρει ένα τεράστιο θέατρο τότε για την παράσταση, το Αθήναιον στην Πατησίων, απέναντι από το Μουσείο, που χώραγε 1.500 ανθρώπους. Τελικά καταφέραμε και μαζέψαμε κάποια επεισόδια. Αυτοί τα έβλεπαν λίγα – λίγα, δεν είχαν πιάσει πού πάει το πράγμα. Στο τέλος όμως “είδαν” την πονηριά και, είπαν, “θα μας φέρετε όλα τα επεισόδια που έχετε επιλέξει για να το δούμε ως έργο “. Εκεί, είπαμε, μπλέξαμε. Πιάσαμε λοιπόν και ανακατέψαμε τα επεισόδια. Τα πήγα στη λογοκρισία στη Ζαλοκώστα, που ήταν το υπουργείο Τύπου. Και τα πήγα χρονικά ανακατεμένα. Δεν καταλάβαινες τίποτα. Εκεί, είχαν κι έναν θεατρικό συγγραφέα -συγγραφέας δηλαδή δεν υπήρξε ποτέ, αλλά έγραφε έργα. Και μου λέει, όταν μου δώσανε πίσω το κείμενο, “τι μ***ς έγραψε ο Καμπανέλλης, θα καταστραφείτε. Το έργο δεν λέει τίποτα “. “Τι να κάνουμε”, του λέω, “δεν έχουμε άλλη λύση, θα κοιτάξουμε να το σουλουπώσουμε όσο μπορέσουμε “. “Έλα ρε παιδί μου “, μου λέει, “έχω 30 έργα στο σπίτι να σου δώσω ένα να κάνεις ουρές!”.

Τελικά, φτιάξαμε τον θίασο -ήταν ο Παπαγιαννόπουλος, ο Ξυλούρης, ο Ξαρχάκος με την ορχήστρα, 10 άριστοι οργανοπαίκτες, κι άλλοι 42 ηθοποιοί, συνολικά 54 άνθρωποι!- κι αρχίσαμε τις πρόβες. Και στο τέλος, όταν είχαμε αναγγείλει την πρεμιέρα γύρω στις 20 Ιουνίου 1973, με πήραν τηλέφωνο από τη λογοκρισία και μας είπαν ότι για να πάρετε την άδεια, θα πρέπει να έρθει να δει τη γενική δοκιμή όλη η επιτροπή. “Τώρα”, είπαμε, “θα πάμε φυλακή”. Θα το κλείσουμε το έργο. Ήταν και μεγάλο. Σκεφτόμασταν τι θα μπορούσαμε να κάνουμε και αποφασίσαμε να παίξουμε το έργο σαν να είμαστε όλοι κακοί ηθοποιοί. Ηθοποιοί που δεν καταλαβαίνουν τι τους γίνεται. “Θα το πάμε φυσέκι”, είπαμε. “Κρατά 3 ώρες; Εμείς θα το παίξουμε σε μιάμιση ώρα. Θα κάνουμε μια ταχύτατη ανάγνωση του έργου. Ούτε αστεία ούτε παύσεις ούτε υπονοούμενα, όλα θα τα ισοπεδώσουμε”. Κάναμε μια δοκιμή, το φτιάξαμε το πράγμα, έρχεται η επιτροπή, και παίξαμε έτσι που δεν καταλάβαινες πραγματικά τίποτα. Είχαμε πεθάνει στο γέλιο, δεν έχουμε περάσει έτσι ποτέ στα καμαρίνια. Λοιπόν στο τέλος μας έδωσαν συλλυπητήρια, “είναι καταστροφή το έργο” μάς είπαν κι έφυγαν. Αφού μάλωσαν και τον Νόνιο Παπαγιαννόπουλο, “μα είσαι εσύ παλιός ηθοποιός; Δεν προφύλαξες τα παιδιά; Τι είναι αυτό που παίζετε;”. Και έφυγαν.

Και την άλλη μέρα με το κοινό, ενώ είχαμε την παράσταση να κρατά περίπου 2,5 ώρες, έφτασε τις 4 ώρες. Γιατί δεν μας άφηναν να μιλήσουμε από τις εκρήξεις, τα χειροκροτήματα, το γέλιο, τις παρεμβάσεις τους. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, η επιτυχία που είχε το “Το Μεγάλο μας τσίρκο”, η απήχηση που είχε στον κόσμο, δεν οφειλόταν στο ότι ήταν το μέγα καλλιτεχνικό γεγονός, αλλά στο ότι ο κόσμος έφερνε στο θέατρο το ‘τσίρκο’ από το σπίτι του. Ήταν η ανάγκη του κόσμου τέτοια, να εκφράσει τα αντιχουντικά του αισθήματα, που το παραμικρό, η ανάσα, η παύση, γίνονταν εκρηκτικά. Δηλαδή, το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας του έργου, το κουβάλαγε ο κόσμος στο θέατρο. Έφτασαν να γίνονται εκδηλώσεις, που έλεγες ότι όταν θα τελειώσει η παράσταση, θα βγούμε στον δρόμο με τα λάβαρα και θα καταλάβουμε την εξουσία».

Οι συντελεστές της παράστασης

Η ιδέα για το ανέβασμα του έργου ανήκε στο θιασαρχικό ζεύγος, που για πρώτη φορά την άνοιξη του 1972 σκέφτηκαν ν’ ανεβάσουν ένα έργο, που σύμφωνα με την Τζένη Καρέζη έπρεπε «να είναι κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι, να κλείνει μέσα του πολλή ρωμιοσύνη… και μέσα από τη σάτιρα, τον αυτοσαρκασμό, το γέλιο και το δάκρυ, να μιλήσουμε για τους καημούς και τα όνειρα της φυλής μας, για προδομένους αγώνες, για προδομένες ελπίδες… και πάνω απ’ όλα για ομορφιά. Για την ομορφιά αυτού του λαού, που δεν παύει ποτέ να αγωνίζεται, να προδίδεται, να πιστεύει και να συνεχίζει τον αγώνα του, διατηρώντας τις ρίζες του αναλλοίωτες αιώνες τώρα».

«Όλα αυτά όμως θά ’πρεπε να ειπωθούν ρωμέικα, ζεστά. Καθόλου φιλολογικά. Καθόλου εγκεφαλικά. Θά’ πρεπε, δηλαδή, να γραφτεί ένα έργο που να έχει μέσα του τους σπόρους της λαϊκής μας τέχνης. Εγχείρημα δύσκολο, άπιαστο σχεδόν», συνεχίζει την αφήγησή της η Τζένη Καρέζη.

Οι θιασάρχες απευθύνθηκαν στον σπουδαίο Έλληνα θεατρικό συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη, επειδή είχε «ταλέντο, πείρα, γνώση» και στο έργο του «χτυπάει πάντα πυρετικά, σπαρακτικά και γνήσια ο σφυγμός της ράτσας». Ο Καμπανέλλης δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρότασή τους κι έτσι προέκυψε το θεατρικό «Το Μεγάλο μας Τσίρκο».

Την παράσταση ανέλαβε να σκηνοθετήσει ο Κώστας Καζάκος με βοηθό τον Άρη Δαβαράκη, τα σκηνικά και τα κοστούμια έφτιαξε ο Φαίδων Πατρικαλάκης. Τα τραγούδια της παράστασης έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος και τα ερμήνευε επί σκηνής ο Νίκος Ξυλούρης. Η κίνηση και η θεατρική απόδοση της σκηνής του Καραγκιόζη διδάχτηκε από τον Ευγένιο Σπαθάρη, ο οποίος διακόσμησε το χώρο της εισόδου. Τους βασικούς ρόλους ερμήνευσαν ο Κώστας Καζάκος, η Τζένη Καρέζη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Κούρος, ο Τίμος Περλέγκας και ο Χρήστος Καλαβρούζος.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 22 Ιουνίου 1973 στο θέατρο «Αθήναιον» της οδού Πατησίων. Αμέσως αγαπήθηκε από το κοινό κι έγινε σύμβολο του αγώνα κατά της Χούντας. Αλληγορικά γραμμένο, κατάφερε να περάσει τις συμπληγάδες της λογοκρισίας, κρύβοντας δεκάδες μηνύματα κατά της δικτατορίας. Κάθε βράδυ γινόταν κοσμοσυρροή στο «Αθήναιον», που βρισκόταν σχεδόν απέναντι από το Πολυτεχνείο. Ανάμεσά τους και «εκπρόσωποι» του στρατιωτικού καθεστώτος, που σημείωναν και ενημέρωναν τους προϊσταμένους τους για τις αντιδράσεις των θεατών.

Οι παραστάσεις του διακόπηκαν βίαια από τη Χούντα, τον Οκτώβριο, λίγο πριν από το Πολυτεχνείο. Η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, ενώ συνελήφθησαν εκ νέου κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Οι παραστάσεις του έργου συνεχίστηκαν μετά την αποφυλάκισή τους με μεγαλύτερη επιτυχία από τις 22 Δεκεμβρίου 1973. Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, στις 3 Αυγούστου 1974, το έργο ξανανέβηκε με την προσθήκη των λογοκριμένων σκηνών κι ενός τραγουδιού («Το Πρόσκύνημα») στο φινάλε της παράστασης για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

«Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου, μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ λευτεριά, παίρνει σπαθί.»

Κώστας Βάρναλης

Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα “όγδοο” μια συνέντευξη που έδωσε ο Νίκος Ξυλούρης στη δημοσιογράφο Λιάνα Κανέλλη, για το περιοδικό Επίκαιρα, το 1976.

ΕΝΑΣ ΛΥΡΑΡΗΣ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ 

(Επίκαιρα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 1976, αριθμός τεύχους 392)

Πιστός στις κρητικές ρίζες του. Κονταροχτυπιέται με τις αντιφάσεις αυτού του κόσμου και κάνει τις πίκρες του τραγούδι στην τρίχορδη λύρα του.

Για κείνον πού ’ναι φρόνιμος
δεν χάνεται στα πάθη.
Το ρόδο κι ο όμορφος ανθός
φυτρώνει μες στ’ αγκάθι.

Δεν μέτρησα τις γρατσουνιές απ’ τ’ αγκάθια στο πρόσωπο του Ξυλούρη. Το σίγουρο είναι πως δεν έχει την ανέμελη φυσιογνωμία πολλών συναδέλφων του. Πρόσωπο σκαμμένο, μάτια σκεφτικά, που δυσκολεύεται να τα γυροφέρει πίσω στην πραγματικότητα από κάποια μακρινή σκέψη.

Ό Νίκος Ξυλούρης δεν είναι αστέρας. Δεν ξέρει καν να «πλασάρεται» μπροστά στο φακό ή σ’ ένα μάτι που τον ψάχνει εξεταστικά. Μετρημένος στις κινήσεις κι απίστευτα λιγόλογος, στην αρχή νόμισα πως ήταν απλώς συγκροτημένος. Μετά από ώρες κουβέντας ήταν ο ίδιος. Άνοιξε την καρδιά του, είπε πολλά παράπονά του, κι ωστόσο έμεινε εξωτερικά ατάραχος και λίγο αμήχανος.

Συναντηθήκαμε στο στούντιο. Ηχογραφούσε ξανά ένα τραγούδι με τον Λεοντή, γιατί πίστευε πως δεν τόχε πει καλά στο δίσκο. Πίσω απ’ το χοντρό απομονωμένο τζάμι με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά έλεγε και ξανάλεγε «… του προδότη… ζητώ την τιμωρία…». Ο ηχολήπτης έκλεισε μέσα σ’ ένα μικρό σχόλιο τη μισή ζωή κι όλο το χαρακτήρα τού τραγουδιστή. «Είναι Κρητίκαρος τούτος εδώ. Δεν μπορεί να πειθαρχήσει τη φωνή του. Αλλιώς θα ’χαμε κιόλας τελειώσει!».

Ανταλλάξαμε μόνο λίγες κουβέντες σ’ ένα-δυο διαλείμματα. Στεναχωριόταν που μ’ ανάγκαζε να τον περιμένω. Και με ρώταγε συχνά… «Θα τα πούμε όλα; Και για το ραδιόφωνο, και για την τηλεόραση; Όλα;». Τον διαβεβαίωσα κι ησύχασε. Μάλλον ξαλάφρωσε σαν να ‘θελε να τα πει από καιρό. Κάποια στιγμή φύγαμε. Έπρεπε, κάπου να βρεθούμε και να μιλήσουμε. Και παράξενο. Καταλήξαμε σ’ ένα κοσμικό ζαχαροπλαστείο, με κοσμοπολίτικη στέρεο μουσική που έγινε τελικά και το «πλαίυ μπακ» της μαγνητοφωνημένης κουβέντας μας. Ό Νίκος ο Ξυλούρης, έφαγε φιλέτο, ήπιε καπουτσίνο, κάπνιζε εγγλέζικα τσιγάρα κι εγώ έψαχνα σ’ όλες τούτες τις λεπτομέρειες να βρω τι δεν… κολλάει.

Σ’ αρέσει η ζωή της πρωτεύουσας Νίκο;

-Όχι, όχι καθόλου, αλλά είμαι ευχαριστημένος από άλλα πράγματα.

Επαγγελματικά;

-Ναι. Αλλά περισσότερο απ’ την αγάπη που μού ’χει ο κόσμος. Αυτό με συγκινεί πολύ. Δεν ήρθα για να κάτσω εδώ. Έτσι για να τραγουδήσω σ’ ένα μαγαζί. Και να μην ερχόμουνα εδώ το πράγμα θα γινόταν έτσι.

Τι δεν σ’ αρέσει σε τούτη την πολιτεία;

-Με πνίγει. Γενικά η πόλη με πνίγει. Στην Κρήτη ήμουνα κοντά στη φύση. Μ’ όλο που ζούσα στο Ηράκλειο ήταν εύκολο να πας στο χωριό, να καθίσεις.

Στην πορεία της κουβέντας βρήκα το κλειδί της ζωής και των αντιφάσεων τού καλλιτέχνη και του ανθρώπου που λέγεται Ξυλούρης. Η ζωή του, η διήγησή του χωρίζεται στα δυο κάθε τόσο με μια έκφραση: «Ναι, και πριν έρθω εδώ και μετά». Ορόσημο, ο ερχομός του στην Αθήνα. Κι ο ίδιος δεν θέλει να το παραδεχτεί. Όχι τόσο επαγγελματικό όσο ουσιαστικό. Προσαρμόστηκε σαν ρομπότ. Άφησε το καφενείο και τα πρόβατα του πατέρα, «τα περβολάκια, τ’ αμπελάκια» τους, έξη αδέρφια και μια μάνα που θα δουλεύει ως την τελευταία της πνοή, γιατί αλλιώς «θα σκάσει», για να γίνει λυράρης. Τραγούδησε σε όλο το νησί. Δεν τόχε όνειρο από μικρός να γίνει τραγουδιστής.

Πρωτόπιασα λύρα στα 12 και στα 15 έκανα κιόλας διασκεδάσεις. Μετά έπεσα στο επάγγελμα. Τώρα είμαι πολύ επαγγελματίας. Μ’ αρέσει η δουλειά. Δεν ήμουνα όμως έτσι. Ήμουνα άνθρωπος όπως ερχότανε, ό,τι ερχότανε. Και έτσι είμαστε όλοι οι Κρητικοί.

Είσαι βεντέττα;

-Όοοχι! Δεν αισθάνομαι έτσι. Είναι πολύ αστείο ν’ ακούς κάποιον να τον λένε βεντέττα.

Γελάει πολύ. Ένα γέλιο πηγαίο και στριμωγμένο στην αμηχανία του. Τά ’χασε με τη λέξη, σαν να μην την είχε ξανακούσει ποτέ για τον εαυτό του.

-…Ξέρεις, είμαστε τρία αδέρφια, τραγουδιστές και μουσικοί. Είμαστε πολύ αγαπημένα αδέρφια. Μερικοί δημοσιογράφοι προσπάθησαν να μας κάνουν κακό. Δεν βαριέσαι όμως, είμαστε καλή οικογένεια και αγαπιόμαστε.

Βαδίζοντας πάνω στον τρόπο που ο ίδιος βλέπει τη ζωή του, χωρισμένη στο πριν την Αθήνα και μετά, τον ρωτάω λίγο δύσπιστα.

Έχεις διατηρήσει τις φιλίες σου;

-Όλες. Άμα είναι ο φίλος καλός. Και καλός να μην είναι, τον κάνω εγώ.

Τα πιο πολλά στην καριέρα σου σε ποιον τα οφείλεις;

-Κι ο Μαρκόπουλος κι ο Ξαρχάκος με βοήθησαν πολύ. Όμως εμένα γενικά δεν με πήρανε να με κάνουνε τραγουδιστή. Να μου δώσουνε σουξέ. Ήμουνα. Με αξιοποιήσανε. Μου κάνανε καλό, αλλά νομίζω ότι κι εγώ έχω προσφέρει. Όλα μπορώ να τα τραγουδήσω. Στην Κρήτη, όταν χρειαζόταν στη δουλειά μου, έλεγα και ξένα ακόμα τραγούδια.

Πες μου, απ’ τη δουλειά σου κερδίζεις πολλά;

-Όχι, δεν κερδίζω. Απλώς περνάω. Γιατί όσο πιο πολλά βγάζεις τόσο πιο πολλά ξοδεύεις. Πάντως δεν λέω ότι υστερούμαι. Περνάω πάρα πολύ καλά. Μέχρι στιγμής, μπορεί να σου φανεί και παράξενο, κάνω πολλά χρόνια τον τραγουδιστή, δεν έχω κάνει τίποτα που να μπορώ να πω: Αυτό τόκαμα με τη δουλειά μου. Δεν μένει τίποτα. Δεν βγάζω τόσα. Μη νομίζεις πως μου δίνεται κι η ευκαιρία. Ας νομίζει ο κόσμος. Να σου πω ένα πράμα.

(Σε αυτή του την τελευταία φράση άκουσα και το πρώτο χαρακτηριστικό κρητικό τόνισμα της φωνής).

Μερικοί από μας που δεν είχαμε και διαφήμιση είμαστε καταδικασμένοι. Κι από εταιρία κι απ’ το κέντρο κι απ’ το κράτος.

Μα μέσα στα εφτάχρονα της σκοτεινιάς, τραγούδησες για ξαστεριά. Πολλή κουβέντα για λευτεριά, για λεβεντιά.

-Έχεις δίκιο, μα δεν είναι μονάχα πολιτικοί οι λόγοι. Τώρα το τραγούδι είναι σε καλή κατάσταση. Καλοί συνθέτες, καλές δουλειές. Πάψανε να κάνουνε τραγουδάκια, να μπαίνουνε μέσα, σουξέ που λένε. Κι εμένα δεν μ αρέσει να κάνω ένα τραγούδι για να γίνει επιτυχία.

Προτιμάς το τραγούδι με μηνύματα;

-Αναλόγως, τα μηνύματα. 

Τα τραγούδια παντιέρα, λοιπόν. Τα επαναστατικά;

-Πρώτα πρώτα αυτά που έχουνε καλό στίχο. Και τα ερωτικά τραγούδια έχουνε μηνύματα. Κι ο «Ερωτόκριτος» έχει τόσο πολλά κι είναι τραγούδι αγάπης. ‘Έτσι είμαι. Μια ρίζα. Ένα τραγούδι ρίζα. Σαν την «ξαστεριά». Οπόταν κι αν το πω, το ίδιο αποτέλεσμα φέρνει.

Ο Ξυλούρης ήταν μια ρίζα, σκέφτηκα. Μια ρίζα όμως κλεισμένη σε θερμοκήπιο. Τόχει δεχτεί λιγάκι μοιρολατρικά. Σαν νάταν ένας συμβιβασμός που έγινε χωρίς πολλή σκέψη. Σαν νάταν ο μόνος που θα του επέτρεπε να ζήσει σαν τραγουδιστής. Είναι αυθόρμητος ο Ξυλούρης. Σε όλα του. Σεμνός και περήφανος. Φιλόδοξος και μοιρολάτρης. Αντιφατικός και ήπιος. Παράξενος στο βάθος.

Σου άλλαξαν τα λεφτά το χαρακτήρα;

-Τα μισώ τα χρήματα. Μα το Θεό δεν βαστώ ποτέ μου. Όχι πως θέλω να το πω, αλλά σ’ ορκίζομαι σε ό,τι ιερό έχω. Όλο τον καιρό που δουλεύω εδώ, ο κόσμος με βλέπει ό,τι ώρα θέλει. Βλέπεις, δεν τραγουδάω πουθενά για τα 30 χιλιάρικα και μετά να εξαφανίζομαι. ’Εγώ είμαι μέσα στον κόσμο. Και στο μαγαζί και στο δρόμο. Ανάγκες υπάρχουνε… Δεν μου λείπουνε τα λεφτά. Όποιος έχει ανάγκη έρχεται και με βρίσκει. Το ξέρουνε. Πάντα. Όχι τώρα. Και στην Κρήτη πού ήμουνα.

Έχεις αυτοκίνητο όμως. (Το είπα για να τον κεντρίσω, νοιώθοντας πως μου μιλούσε εμπιστευτικά κι όχι για να προβάλει τις καλοσύνες του). Κι απάντησε απλά:

Τόχα απ’ την Κρήτη. Δεν τόκαμα εδώ. Για μένα να κάνω αυτοκίνητο εδώ, τώρα, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά το χρειαζόμουνα για να γυρίζω την Κρήτη σα λυράρης. Το μισώ τ’ αυτοκίνητο. Πας δέκα βήματα με τα πόδια, βλέπεις πέντε ανθρώπους. Σου λένε: γεια σου Νίκο, τι κάνεις Νίκο. Πίνουμε κι έναν καφέ. Και είναι και υγεία. Εγώ είχα μάθει να βαδίζω.

Θα άφηνες το γιο σου να γίνει τραγουδιστής, λυράρης;

-Όχι. (Τόπε κοφτά). Έχω δει πολλά. Μεγάλη ατιμία. Για να τον κάνω τον γιο μου καλλιτέχνη είναι σα να του λέω γίνε άτιμος. Αυτό τα λέει όλα. Μεγάλη βρωμιά. Πώς να φάει ο ένας τον άλλο, να καταστρέψει. Έχεις αξία; Θα σε θάψουνε. Ανεβάζουνε όποιον θένε, κι όποιον θένε κατεβάζουνε. Και αν εσώθηκα εγώ, είναι γιατί ήταν το «Τσίρκο». Εκεί φαινόμουνα κάθε βράδυ, κι έμεινα κοντά στον κόσμο. Επέπλευσα. Είμαι πολύ πικραμένος. Και αν τα εγκαταλείψω καμιά φορά γι αυτά θά ’τανε. Αλλά λέω θα τους εξυπηρετήσω. Και δεν το κάνω. Ήμουνα μια χαρά εκεί. Τα λέω και δεν έχω κανένα να φοβηθώ. Κι αν δεν είχα την αγάπη του κόσμου θα τα παρατούσα και θα ’φευγα. Θα πήγαινα στην ησυχία μου. Σου είπα και προηγουμένως ότι δεν ήμουνα κάποιος που τον πήραν και τον έκαναν τραγουδιστή. Ήμουνα. Θυμάμαι…

(Τον διέκοψε η κασέτα που τελείωσε. Αλλά συνέχισε αποφασισμένος να μου πει κάτι που τον έπνιγε καιρό).

Θυμάμαι, μια φορά τραγούδαγα σ’ ένα κρητικό μαγαζί κι έπαιζα λύρα. Μου στέλνανε γράμματα απ’ την Ε.Ρ.Τ. να πάω να κάνω μερικές εκπομπές στο ραδιόφωνο. Δεν ήθελα. Ό αδερφός μου ο Γιάννης κι ο Ζαχάρης που παίζουνε λαούτο με τουμπάρανε τελικά. Κι επήγα κι εβρήκα το Σίμο Καρρά. Αυτός ο άνθρωπος διευθύνει. Κι έχει κάμει μεγάλη ζημιά στο δημοτικό τραγούδι. Ήταν με τη γυναίκα του. Εγώ τότε είχα κάμει επιτυχίες που αγαπιότανε όχι μόνο στην Κρήτη. Είχα γυρίσει στις ρίζες. «Τι θα πεις», μου λέει. – «Την Ανυφαντού», του απάντησα. «Αυτός ο δίσκος είναι να τον βάζεις για να γελάς». Εγώ έμεινα. Λέω: Λες να είναι κι έτσι; Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που κρατάει τη δημοτική μουσική στα χέρια του. Να πω «Τον Αντρειωμένο μην τον κλαις». «Όχι, μου είπε. Δεν το τραγουδάς καλά». Μάζεψα τα όργανά μου κι έφυγα. Έπαθα σοκ. Κλονίστηκα. Απογοητεύτηκα. Αχ! Τα θυμάμαι, δεν τα ξεχνάω.

Είπε την τελευταία κουβέντα μ’ ένα τόνο υποσχετικό. Σκέφτηκα το στίχο «Το ρόδο κι ο όμορφος ανθός φυτρώνει μες στ’ αγκάθι». Αλλά για τον φρόνιμο. Κι ο Ξυλούρης είναι. Με την πραγματική σημασία της λέξης. Πικράθηκε. Δεν παθιάστηκε. Πείνασε κάποτε. Και μικρός και μεγαλύτερος. Δεν του ’γινε απωθημένο. Δεν συγχωράει όμως όσους κάνανε κακό στη μουσική. Όλους όσους κρατάνε τα κλειδιά στην έκφραση, και τα χρησιμοποιούνε κατά πως νομίζουνε, χωρίς να ξέρουνε.

Ο Μαρκόπουλος με βοήθησε να βρω κουράγιο στην αρχή. Κι ο Ξαρχάκος. Το τραγούδι που ο Καρράς έβρισκε για γέλια, την «Ανυφαντού», κι οι δυο λένε πως είναι απ’ τα καλύτερα κρητικά τραγούδια. Μου δώσανε δουλειά. Αλλά δεν έχουμε υποστήριξη από το κράτος. Ευτυχώς που υπάρχουνε καλοί συνθέτες. Το βλέπεις και από την κασετοπειρατεία. Δεν κάνει τίποτα το Κράτος. Τίποτα. Και μπορεί. Αλλά αδιαφορεί. Όσο για τις εταιρίες… Τον τραγουδιστή τον έχουν για να τον εκμεταλλεύονται. Να τον ξεζουμίζουν. Μέχρι πού σκέφτομαι καμιά φορά ότι συνεργάζονται οι εταιρίες στην κασετοπειρατεία. Ότι παίρνουνε ποσοστά. Νομίζω. Υποψιάζομαι. Έτσι θα έλεγα αν με ρωτούσες.

Λέει πράγματα βαριά. Που άλλοι θα τα κρύβανε για λόγους επαγγελματικούς. Όχι μόνο δεν τον νοιάζει, αλλά μου λέει κάθε τόσο.

«Να το γράψεις αυτό. Και το άλλο. Και το άλλο». –Να γράψεις και για την τηλεόραση. Είναι αίσχος δηλαδή. Παίρνουνε τις εκπομπές αυτοί που παίρνανε και κατά την εφταετία. Και στο ραδιόφωνο και παντού. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Έχουμε μόνο τον Χατζιδάκι εκεί πέρα που ’χει κάνει πολλά πράγματα και παλεύει. Στην τηλεόραση είναι πάλι εφταετία.

Τα λέει ήρεμα. Σαν σίγουρες διαπιστώσεις. Που επιτέλους μπορεί να τις πει. Μου κάνει εντύπωση πως η ομιλία του δεν θυμίζει τόσο έντονα Κρητικό όσο η νοοτροπία του. Κάπου, κάπου ο απόηχος του τσε αντί για το και.

Τι σ’ ανησυχεί, Νίκο Ξυλούρη; Το βλέπω στο βάθος των ματιών σου. Τι σε φοβίζει;

-Στην καρδιά του ανθρώπου η βρωμιά και στην καρδιά του τόπου η διχόνοια. Πρέπει όλοι εμείς να μονιάσουμε για να πάει μπροστά τούτος ο τόπος. Δεν είναι καλό κάτι; Να το σβήσουμε όλοι μαζί. Είναι; Να το σπρώξουμε όλοι μαζί. Να το υποστηρίξουμε. Εμείς αυτό είναι το πιο σπουδαίο που πρέπει να κάνουμε.

Τι σε τρομάζει;

-Η κακία. Η κακία με τρομάζει.

Θα σκότωνες ποτέ σου;

Ξαφνιάστηκε. Αλλά απάντησε:

-Άμα απειλούσανε κάποιο δικό μας, ναι. Δύσκολη ερώτηση. Μόνο για άμυνα.

Τί γνώμη έχεις για τις γυναίκες;

Τον μετρούσα με ξαφνικά θέματα. Δεν τον ένοιαζε όμως.

-Ό άντρας πρέπει να ’ναι άντρας κι η γυναίκα, γυναίκα. Μερικά πράγματα δεν μπορεί να τα κάνει η γυναίκα.

Σαν τί δηλαδή;

-Εγώ μπορώ ν’ ανεβώ στον Ψηλορείτη που θέλει τέσσερις ώρες ως την κορφή στο άψε σβήσε, κι αυτή να φάει μια μέρα.

Χαμογέλασε παιδιάστικα. Μεγάλωσε με τις φροντίδες τριών αδερφάδων και μιας μάνας.

Απ’ το πρωί ως το βράδυ με φροντίζανε. Τα στιβάκια μου, όλα. Κι εγώ φώναζα. Αλλά έτσι θέλουνε. Έχω λίγο συνηθίσει. Μπορεί η γυναίκα να γίνει και προεδρίνα. Αλλά όλα είναι εύκολα σήμερα. Κι η ζωή είναι ωραία άμα την παλέψεις. Άμα την ψάξεις, την αναζητήσεις.

Πως αισθάνεσαι σαν καλλιτέχνης μέσα στον κόσμο τον σημερινό;

Σκέφτεται λίγο, κουνάει και το κεφάλι στωικά.

Ο άνθρωπος που δημιουργεί πρέπει, να ελπίζει πως κάποτε θ’ αλλάξουν τα πράγματα και ν’ αγωνιστεί γι αυτό. Πολλοί νέοι κυκλοφορούνε με το σεξουαλικό βιβλιαράκι στην τσέπη. Οι σκηνοθέτες κάνουνε πορνό για να εντυπωσιάσουνε. Πρέπει ν’ αλλάξουν όλα τούτα και θα παλέψουμε. Πιστεύω και στο Θεό. Έτσι όπως βαδίζουμε σ’ όλο τον κόσμο για την καταστροφή, τι να πω. Αλλά είμαι αισιόδοξος.

Τα ναρκωτικά;

Να σου πω μια ιστορία. Βιαζόμουνα να πάω στο θέατρο. Τρακάρισα μ’ έναν ηλικιωμένο με την γυναίκα και την κόρη του στ’ αμάξι. Δεν πειράζει, θα τα κανονίσουν οι ασφάλειες. Και λέει η κόρη του – για καλό βέβαια η κοπέλα: Μπαμπά, είναι ο κύριος Ξυλούρης. Κι αρχίζει αυτός. «Α! Έχεις πιει τα χασίσια σου, τα ναρκωτικά σου και πας τώρα να τραγουδήσεις. Βέβαια θα σκοτώσεις κι ανθρώπους». Εγώ πέθανα. Μα το Θεό αν μού ’παιζες δέκα μαχαιριές δεν θά ’βγαζα σταλιά αίμα. Κοίταξε, λέω, σε ποιά κατηγορία μας έχουν εμάς τους καλλιτέχνες. Δεν φεύγει απ’ το μυαλό μου. Αυτό τα λέει όλα.

Κλαις συχνά;

-Ναι. Συγκινιέμαι εύκολα. Οι άντρες κλαίνε. Οι γυναίκες είναι δυνατές, σκληρές, όσο κι ευαίσθητες νά ’ναι. Κλαίω και για στενοχώρια. Κι όταν μ’ αρέσει κάτι.

Εδώ τέλειωσε η κουβέντα μου με τον Ξυλούρη. Το βράδυ αργά τον ξαναβρήκα στην «Αποσπερίδα» να τραγουδάει «Ερωτόκριτο» μαζί με την Μαρίζα. Ήταν ευτυχισμένος γιατί βρήκε μια συνεργασία χωρίς αντιζηλίες, κακίες και μικρότητες. Σ’ ένα καμαρίνι γεμάτο φίλους και φωτογραφίες των παιδιών του, του Ρίτσου, του Λεοντή, του Ξαρχάκου. Μια ατμόσφαιρα σπιτικού. Μου μίλησε για τα όνειρά του. Τα κοντινά και τα μακρινά.

-Θέλω να τραγουδήσω δικά μου τραγούδια. Κι άλλα καλά τραγούδια με γερό στίχο κι από καλούς συνθέτες. Να κάνω τον «Ρωτόκριτο» δίσκο.

Και μετά;

-Μετά να πάω στην Κρήτη. Να τακτοποιηθώ εκεί. Να στεριώσω δηλαδή όπως ήμουνα. Και ακούς εκεί; Ήρθε ένας δήμαρχος και μούπε πως προσπαθούνε στο νησί να ξεσηκώσουνε τους Κρητικούς να ζητήσουν ανεξαρτησία. Μετά από τόσους αγώνες για να ενωθούμε, με την Ελλάδα μας. Μας βάζουνε πάλι φιτιλιές. Κοντεύω να πεθάνω. Σε παρακαλώ, γράψτο κι αυτό. Πάνε να βάλουνε φωτιά στην Κρήτη όπως και στην Κύπρο…

Έφυγα με την αίσθηση ότι είχα κουβεντιάσει μ’ ένα κομμάτι γης. Γης στέρεης, βραχοσύστατης. Που δεν λασπώνει εύκολα, κι έχει νερό πολύ στις πηγές της. Δεν είπε μεγάλες κουβέντες, ο Ξυλούρης. Αγωνίζεται σιωπηλά. Μόνο το τραγούδι του, κεφάτη κρητική μαντινάδα, «Ερωτόκριτος» η φωνή βγαλμένη απ’ τα σωθικά αυτού του τόπου, τραβάει τις νυστεριές του. Φρόνιμα «δεν χάνεται στα πάθη». Γιατί τα μάτια του άστραφταν και χαμογέλαγαν τραγουδώντας:

Ο άντρας κάνει τη γενιά
κι όχι η γενιά τον άντρα
σαν είν’ ο τράγος δυνατός
δεν τόνε στένει η μάντρα…

 Πηγές: Mixanitouxronou.gr, ogdoo.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *