Ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης είχε ανεξίτηλη γραφή στην αστική, λαϊκή, μας μουσική. Έγραψε χαρούμενα αλλά και νταλκαδιάρικα τραγούδια. Ήταν, μαζί με την Ευτυχία, τον Βίρβο και τον Κολοκοτρώνη τα θεμέλια του λαϊκού, μαζικοποιημένου τραγουδιού που ξεκίνησε από τους ρεμπέτες. Πολλά απ’όσα έγραφε τα χάριζε ή τα καπηλεύτηκαν αργότερα οι συνθέτες.
Ήταν ανατολίτης. Γεννήθηκε στην Τρωάδα, το 1903, σχετικά κοντά στα Δαρδανέλια. Τελείωσε το ελληνικογαλλικό σχολείο. Έμαθε την ιταλική γλώσσα. Ο πατέρας του ήταν δημοδιδάσκαλος. Του άρεσε να παίζει στα χαλάσματα της Τροίας. Σε μεταγενέστερο χρόνο, τα κτήματα αυτά που άνηκαν στο σόι της μητέρας του, οι Τούρκοι τα παραχώρησαν στον Ερρίκο Σλίμαν για να κάνει τις περιβόητες ανασκαφές του.
Ο Τσάντας υπέγραφε και ως Βασίλης Ταμβάκης. Ήταν το πατρικό της γυναίκας του. Έτσι μπήκε στη δισκογραφία το 1938-9. Αυτό συνέβη διότι ήταν διορισμένος στο υπουργείο Ναυτικών, στο τμήμα χαρτών και μεταφράσεων και δεν άφησε το πόστο του κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940.
Στα Δαρδανέλια, τα οποία ήταν εμπορικό κέντρο και λιμάνι, τα πλοία έδιναν πολυπολιτισμικό τόνο. Περίμεναν αρόδο για να περάσουν το Βόσπορο και τη Μαύρη Θάλασσα. Η ελληνική ομογένεια είχε σύγχρονα χαρακτηριστικά με εργαστήρια κεραμικής και δικό της νοσοκομείο. Η μητέρα του πέθανε πάνω στη γέννα της δεύτερης αδερφής του, της Νίκης. Με τη Καταστροφή της αιολικής και ιωνικής γης, το 1922, ο πατέρας του βάζει τα παιδιά και τη νέα του γυναίκα σε ένα ατμόπλοιο και φτάνει στον Πειραιά.
Η οικογένεια, αν και εύπορη, ζει στην αρχή στην Κοκκινιά και μετέπειτα μετακομίζουν στα νεόκτιστα της Νέας Φιλαδέλφειας. Σπουδάζει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο αφού πρώτα κάνει τη στρατιωτική του θητεία για να πάρει έγγραφα και μοριοδότηση από το ελληνικό κράτος που αντιμετώπιζε τους πρόσφυγες σαν παρίες.
Έφερε μαζί του ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα. Ο «Μπιρ Αλλάχ», ο Γιάννης Σταμούλης, αφού είχε λάβει τη δική του αναδοχή ονόματος, τον ονόμασε «Τσάντα». Έκανε παρέα με ποιητές κατά τη διάρκεια των σπουδών του και καταπιάστηκε με μεταφράσεις, δεδομένου ότι ήταν πολύγλωσσος. Ανέλαβε να μεταφράσει φιλοσόφους της νεωτερικότητας. Από τα έσοδα των μεταφράσεων, σπούδασε την αδερφή του. Την έγραψε στη Λεόντειο σχολή.
Παράλληλα, απογαλακτίζεται από τον βενιζελικό περίγυρο του πατέρα του και γίνεται μέλος του τροτσκιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Τον συνέλαβαν να διανέμει τροτσκιστικά φυλλάδια την εποχή του ιδιώνυμου, με πρωθυπουργία Ζαΐμη. Απογοητεύεται και βρίσκεται σε εθνικιστικές νεολαίες. Μένει για λίγους μήνες και όταν βλέπει τα φιλοναζιστικά στοιχεία, τους αποκηρύσσει. Θεωρεί εαυτόν ορφανό ιδεολογικά.
Στην οδό, Αθηνάς 33, ήταν το καφενείο των μουσικών και λίγο πιο κάτω τα καφέ Αμάν. Κουλτούρα που έλκει την καταγωγή της από τον Περσικό κόλπο έως το Ντουμπρόβνικ. Οι κεμαλικοί θεωρούσαν τον αμανέ βυζαντινό σύμβολο ενώ η δικτατορία της 4η Αυγούστου, χαρακτήριζε τους κελαηδισμούς των αμανετζήδων σαν τουρκικά κατάλοιπα. Δηλαδή, τα μόρια και τα τριημιτόνια.
Ο Σπύρος Περιστέρης με τον Μίνωα Μάτσα κράτησαν ζωντανό το ρεμπέτικο. Ο χάρτης της ελληνικής μουσικής αλλάζει με την είσοδο του μπουζουκιού στο στούντιο, πριν τη λογοκρισία. Οι περισσότεροι δημιουργοί ήταν Μικρασιάτες ξεριζωμένοι οι οποίοι μέσα στις παράγκες είχαν εθιστεί στις ουσίες αναπολώντας τη χαμένη αίγλη της πατρογονικής γης. Ο Βασιλειάδης από διορθωτής στίχων που περιείχαν ύποπτα νοήματα, έγινε γραφιάς. Λαμβάνει ένα σώμα στίχων που ήταν η μαγιά, καταλαβαίνει ότι δεν μπορούν να αλλάξουν και ξεκινάει, το 1938, να γράφει δικά του.
Στις αρχές του 1950, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης παραιτείται από το δημόσιο. Όσα τραγούδια είναι περασμένα στο όνομα της Στέλλας Χασκίλ και του συζύγου της, Ιάκωβου, είναι χαρισμένα από τον «Τσάντα» για να επιβιώσει η οικογένεια. Μην ξεχνάμε ότι ο Ιάκωβος είχε περάσει από το κολαστήριο του Άουσβιτς με το τατουάζ στο μπράτσο του. Ηχογραφεί το πρώτο της τραγούδι με τον Λαύκα, τις «Σεβιγιάνες». Ο Βασιλειάδης, συνεργάζεται με τον Χιώτη, λίγο πριν την έναρξη του πολέμου, το 1940. Συναντιούνται στο κέντρο «Δάσος» όπου τους φέρνει σε επαφή ο ιδιοκτήτης του, ο Βλάχος.
Υπήρξε και συγγραφέας διηγημάτων στη φιλολογική Πρωτοχρονιά. Περιοδικό που έβγαινε στα σκοτεινά χρόνια της κατοχής. Εκεί έγραφε για τις πίκρες της εξορίας του και τις έρμες στράτες του ξεριζωμού και του ξερού ψωμιού κάνοντας την ένωση μεταξύ 1914, τον Ελλήσποντο, τα πάθη και τις αδυναμίες, με τον άξιο μόχθο και το γλυκό όνειρο της πλανεύτρας φύσης, και της φθονερής επέλασης των ναζί.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδούσε στην κλωστοϋφαντουργία «Έρασμος». Σε ταβέρνα στη Νέα Ιωνία, ο Βασιλειάδης τον βρίσκει. Όταν τον ακούει, του αφήνει ένα σημείωμα στο χέρι. Να διορθώσει το «ρ» του στην άρθρωση και να τον επισκεφτεί στο σπίτι του για οντισιόν. Έπειτα, τον πηγαίνει στο σπίτι του Χρυσίνη και παίρνει το χρίσμα αφού τραγουδάει Μάρκο Βαμβακάρη, Χρόνια στον Περαία μαγκίτης και αλανιάρης.
Το « Ξεφάντωμα», τραγούδι του Τσιτσάνη ανοίγει στον Χαράλαμπο Βασιλειάδη. Η ΑΕΠΙ (Ανώνυμη Εταιρεία Πνευματικής Ιδιοκτησίας) αναφέρει το όνομά του στη λίστα πνευματικών δικαιωμάτων. Είναι η γνωστή μαύρη περίοδος της εταιρείας τη δεκαετία του 1950.
Ο εμφύλιος πόλεμος και η ξενιτιά είναι σαν «Το καντήλι τρεμοσβήνει» που κάνει το ντεμπούτο του ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στη δισκογραφία, το 1949. Πάλι σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Εδώ, μπλέκουν και τα στοιχεία της φτώχειας, της αναγκαστικής στράτευσης στον εθνικό στρατό και οι αρρώστιες από τη μοναξιά και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης.
Η μικρή του αδερφή, η Νίκη, παντρεύτηκε το δικτάτορα, Γεώργιο Παπαδόπουλο. Επί χούντας, συναντιέται στα γραφεία της δισκογραφικής, με τον Μάκη Μάτσα. Ο Βασιλειάδης, σύμφωνα με μαρτυρίες του Γιώργου Ζαμπέτα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ το ότι ήταν κουνιάδος. Δεν ήταν από τους ευνοημένους του καθεστώτος και βέβαια, πέθανε το 1970. Στην κηδεία του βρέθηκαν μόνον άνθρωποι από τη γειτονιά του και ουδείς από τους μεγάλους που ευεργέτησε.
Το 1965 δίνει στη Μοσχολιού τα «Δειλινά». Είναι εμφανές το πλαίσιο της θλίψης και της στενοχώριας του αποχωρισμού σε εποχή ραγδαίας μετανάστευσης σε Ευρώπη και Αμερική.
Το σημερινό αφιέρωμα αποτελεί φόρο τιμής, σεβασμού, αγάπης και υπόκλιση στη μνήμη του Ανδρέα Μαζαράκη που μας άφησε για το μεγάλο ταξίδι στις Φρυκτωρίες του σύμπαντος, στις 18/6/2026.
Περισσότερα και αναλυτικότερα για τη ζωή και την εργογραφία του Χαράλαμπου Βασιλειάδη μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο του Γιώργου Ξεπαπαδάκου: Τσάντας Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο πρώτος επαγγελματίας στιχουρχός. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος.
