Home >> Αφιέρωμα >> Μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει

Μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει

Ο Άλκης Αλκαίος έγραψε μερικά από τα ομορφότερα τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα. Ο Βαγγέλης Λιάρος γεννήθηκε στις 23 του Νοέμβρη 1949. Έφυγε στα 63 του χρόνια, στις 10 του Δεκέμβρη 2012, χτυπημένος από αρρώστια.

Ο Άλκης Αλκαίος  ήταν άνθρωπος που δεν απασχόλησε ποτέ τη δημοσιότητα, με κάτι άλλο εκτός απ’ τα τραγούδια του. Λίγοι είχαν την τύχη να τον γνωρίζουν. Ανάμεσα σε αυτούς ο κύριος συνεργάτης του, Θάνος Μικρούτσικος, που τον αποκάλεσε ποιητή μεταμφιεσμένο σε στιχουργό και ο Μίλτος Πασχαλίδης, που κατέγραψε εικόνες και συναισθήματα στις σελίδες του βιβλίου του «Αγύριστο κεφάλι – Ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα..,» (εκδ. Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2013).

(…) Με τον Άλκη είχαμε αναπτύξει από την πρώτη κιόλας στιγμή ένα δικό μας κώδικα. Κατά τη διάρκεια της δεκαεξάχρονης φιλίας μας υπήρξαν θέματα που -καλώς ή κακώς- δε με απασχόλησαν ποτέ. Λ.χ. το πώς και το γιατί διάλεξε το όνομα Άλκης Αλκαίος.

Το Αλκαίος εικάζω ότι το πήρε από τον ομώνυμο ποιητή που έζησε στη Μυτιλήνη τον 6ο π.Χ. αιώνα, αν και ο ίδιος δε θεωρούσε τον εαυτό του ποιητή. (Ο Θάνος το ’χει πει καλύτερα: ήταν ποιητής μεταμφιεσμένος σε στιχουργό.)

Για το Άλκης δεν έχω ιδέα. Πιθανόν γιατί μαζί με το Αλκαίος έκαναν ωραία παρήχηση. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω. Θα μπορούσα να τον έχω ρωτήσει. Κι αυτό και άλλα, πιθανόν πιο σημαντικά. Δεν τον ρώτησα. Δε μετανιώνω. Ο Αλκής είχε μια καταφανή απροθυμία να μιλάει για το δικό του παρελθόν. Μιλούσε μόνο για το κοινό παρελθόν του με πρόσωπα που τον σημάδεψαν. Ποτέ για τον εαυτό του.

(…) Ο Άλκης ήταν ένα θηρίο σε κλουβί. Μόνο που το κλουβί ήταν το σώμα του. Απλώς δεν ήθελε να είναι θηρίο σε ζωολογικό κήπο. Δεν καταδεχόταν να τον ταΐζουν οι περαστικοί. Θα προτιμούσε να πεθάνει από ασιτία. Γι’ αυτό έμενε κλεισμένος μέσα, αλλά πάντα με τα παράθυρα ανοιχτά.

Στις πορείες ήταν μαζί μας. Στις συναυλίες αλληλεγγύης ήταν δίπλα μας. Στον Οτσαλάν, στη Γιουγκοσλαβία, στη Χαλυβουργική, παντού.

Είναι σύνθημα στα πανό μας. Είναι τραγούδι στα χείλη μας.

Χαίρομαι που δεν ήταν εδώ στις 11 Ιούνη 2013, χαίρομαι που δεν είδε το εν ψυχρώ κλείσιμο της ΕΡΤ, χαίρομαι που δεν έμαθε την εν ψυχρώ δολοφονία του Παύλου Φύσσα από το χέρι πληρωμένου από φασίστες δολοφόνου, εκείνος που έμεινε μια ζωή σακατεμένος από φασίστες.

Χαίρομαι που, στο ζόφο που ζούμε, δεν είναι ακόμα κλεισμένος στο σπίτι του να σιχτιρίζει τη μοίρα που τον κράτησε αλυσοδεμένο σε μια καρέκλα για τριάντα χρόνια και δεν μπορεί να βγει στο δρόμο να ουρλιάζει μόνος του, να κάνει μια μεγαλειώδη διαδήλωση του ενός, να μας πάρει απ’ το χέρι, να μας οπλίσει το χέρι με τις χειροβομβίδες λέξεις του. Δε θα το άντεχε. Δε θα μας άντεχε. Έτσι παραιτημένους. Έτσι νικημένους.

Υπάρχει όμως και κάτι που με παρηγορεί και με γεμίζει με ανυπομονησία. Ο Άλκης άφησε πολύ ανέκδοτο υλικό πίσω του.

(…) Μέχρι τότε, όποτε το έχετε ανάγκη, όποτε το έχουμε ανάγκη, ο Άλκης θα είναι εκεί. Συντροφιά μας. Με τα παιδιά τον, τα ένοπλα στιχάκι του. Στέγη και τροφή».

Ο Άλκης Αλκαίος συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα. Πιάστηκε από τη χούντα το καλοκαίρι του 1972, κρατήθηκε και βασανίστηκε άγρια για πέντε μήνες, πρώτα στην Μπουμπουλίνας και ύστερα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί ανεπανόρθωτα η υγεία του. Ο ίδιος προτιμούσε να μη μιλάει. Μόνο ένας δυο στενοί φίλοι γνώριζαν.

Γράφει ο Μίλτος Πασχαλίδης:

Γραφικό χαρακτήρα σαν του Άλκη δεν είχα ξαναδεί. Έγραφε πάντα σε πολυτονικό σύστημα -πράγμα που με συγκινούσε βαθιά- και τα γράμματά του ήταν καλλιγραφικά, με έναν ιδιότυπο, τελείως προσωπικό τρόπο.

Πιο πολύ ζωγράφιζε τις λέξεις παρά τις έγραφε.

Δεν είμαι γραφολόγος, γι’ αυτό και ίσως να είχε ενδιαφέρον μια γνώμη ειδικού πάνω στο θέμα, πάντως κανείς, ειδικός ή μη, δε θα μπορούσε να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα:

Πώς έπιανε το ρημάδι το στιλό;

Θέλω να πω, πώς ένας άνθρωπος που δεν μπορεί καλά καλά να κλείσει τα δάχτυλά του καταφέρνει να γράψει, όχι μόνο ευανάγνωστα, αλλά σχεδόν καλλιγραφικά;

Ο Αλκής έπασχε από σπονδυλαρθρίτιδα.

Μου το είπε κάποια στιγμή που θεώρησα κατάλληλη να τον ρωτήσω, αρκετά χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία μας, όταν ήμουν πλέον βέβαιος ότι η σχέση μας δεν κινδύνευε από δύσκολες ερωτήσεις.

Το έθεσα ακαριαία και σχεδόν αδιάφορα, σαν να ρωτούσα τι καιρό νομίζει ότι θα κάνει αύριο.

Απάντησε στον ίδιο ακριβώς τόνο. Με τρεις λέξεις-γλωσσοδέτες.

«Ρευματοειδή και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα».

«Το είχες από παιδί;» πίεσα λίγο παραπάνω τη συζήτηση.

«Όχι. Η υγεία μου επιδεινώθηκε ραγδαία στη χούντα».

Μου δέθηκε η γλώσσα κόμπος.

Η λέξη που άρχισε να αναβοσβήνει σαν κόκκινο φωτάκι στο μυαλό μου ήταν: βασανιστήρια.

Ύστερα, η μια λέξη έφερε την άλλη. Δεν το έκανα επίτηδες, οι συνειρμοί μου είναι συνήθως ακούσιοι και ακατάσχετοι.

Προκρούστης, -φάλαγγα, Σίνης ο Πιτυοκάμπτης, ηλεκτροσόκ.

Λέξεις-κόκκινα φωτάκια, αμείλικτα.

Πώς λες μια λέξη χωρίς να την πεις;

Απλό.

Δεν τη λες.

Ακόμα κι έτσι, τα alarm συνέχισαν να αναβοσβήνουν.

«Υπάρχει θεραπεία;»

«Μπα, είναι αυτοάνοσο το ρημάδι. Μου επιτίθεται το σώμα μου. Αν υπήρχε θεραπεία, θα το ήξερα. Έχω φτάσει μέχρι Ανατολική Γερμανία για νοσηλεία. Δεν έγινε τίποτα. Ή τουλάχιστον, τίποτα θεαματικό. Παλιά μου έστελναν κάτι ημιπαράνομα φάρμακα από τη Ρουμανία -δεν κυκλοφορούσαν στο εμπόριο στην υπόλοιπη Ευρώπη-, πανάκριβα, αλλά θαυματουργά τα άτιμα, με ίσιωναν, πονούσα λιγότερο. Μετά την κατάρρευση του Τείχους κομμένα και τα παράνομα. Σταμάτησε η παραγωγή τους. Άσ’ τα, μανάρι. Βράσ’ τα. Ό,τι έγινε έγινε».

Ομολογώ όχι αυτή η συνέπεια της κατάρρευσης του Τείχους δε με είχε απασχολήσει ξανά στο παρελθόν.

Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που μιλήσαμε για το όνομα και το ιστορικό της ασθένειάς του.

Μετά το θάνατό του δεν κρατήθηκα, ρώτησα και τον Θάνο και την Έλλη.

Και οι δυο ξεκίνησαν την αφήγηση με ειλικρινή διάθεση να με διαφωτίσουν, αλλά στην πορεία κάπου έχαναν το νήμα. Αμφότεροι κατέληξαν στην ίδια φράση:

«Ρώτα τον Ηλία, εκείνος τα ξέρει καλύτερα».

Ο Άλκης είχε δυο κολλητούς φίλους, έξω από τη μουσική του οικογένεια.

Τον Σταύρο και τον Ηλία.

Ο Ηλίας είναι ο Ηλίας Γεράκης, δικηγόρος.

Τον βρήκα και τον ρώτησα.

Και έμαθα.

Ο Άλκης ήταν ο ορισμός αυτού που λέμε, καμιά φορά ποιητική αδεία, «αφανής ήρωας».

(…)«Ο Άλκης συνελήφθη απ’ τη χούντα το καλοκαίρι του 73; Έτσι διάβασα σε κάποιο σάιτ», μπήκα κατευθείαν στο ψητό.

«Με ρώτησες και στο τηλέφωνο. Στην αρχή έτσι νόμισα κι εγώ, έχουν περάσει και τόσα χρόνια, τελικά όμως είναι λάθος πληροφορία.

»Ο Άλκης έμεινε κρατούμενος Αύγουστο με αρχές Δεκέμβρη. Θυμάμαι όμως ολοκάθαρα να μπαινοβγαίνουμε στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 73. Ήμαστε εκεί. Άρα, αποκλείεται το 73.

»Ήταν τον προηγούμενο χρόνο, τον Αύγουστο του 72. Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του Στάθη Παναγούλη. Πήρα τον Στάθη τηλέφωνο, μου το επιβεβαίωσε. Τον Άλκη τον έπιασαν στα μέσα Αυγούστου, με την κατηγορία της συμμετοχής στην οργάνωση που βοηθούσε την ομάδα Παναγούλη να δραπετεύσει στην Ιταλία».

«Μα μόλις τώρα μου είπες ότι τον Παναγούλη τον συνέλαβαν πριν από τον Άλκη…»

«Σωστά! Τον Παναγούλη τον έπιασαν πάνω που ετοιμαζόταν να φύγει. Αλλά οι δικοί μας είχαν ήδη προλάβει να φυγαδεύσουν τον Νίκο Ζαμπέλη και την Εύα Ντίνου, την πρώτη ξαδέρφη του Βαγγέλη. Εν πάση περιπτώσει κάποιος απ’ την ομάδα συνελήφθη, βασανίστηκε, μίλησε. Τους μάζεψαν όλους. Ο Βαγγέλης έμεινε μέσα πέντε μήνες».

Άλκη τον έλεγα εγώ, Βαγγέλη ο Ηλίας.

Με τους πολύ οικείους του Άλκη πάντα συμβαίνει αυτό το μπλέξιμο.

Μιλάμε για εκείνον χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα και τα δυο του ονόματα. Για μας είναι λογικό: η οικογένεια και οι παλαιότεροί του φίλοι τον αποκαλούσαν Βαγγέλη, εμείς οι υπόλοιποι τον λέμε Άλκη.

Αν όμως μας ακούει κάποιος τρίτος, θα του πάρει ώρα μέχρι να καταλάβει ότι ο Βαγγέλης κι ο Άλκης είναι το ίδιο πρόσωπο.

«Είπε ποτέ για εκείνους τους πέντε μήνες; Σε μένα πάντως, τσιμουδιά».

«Δεν είπε λέξη σε κανέναν. Ούτε καν σε μένα. Αλλά εμένα δε χρειαζόταν να μου πει. Τον έβλεπα κάθε μέρα. Τι να μου κάνουν οι λέξεις;»

Σωστά.

Αλλά εμείς που δεν τον βλέπαμε κάθε μέρα μπορούμε να πούμε τις λέξεις με το όνομά τους.

Έστω και επιγραμματικά:

Ο Άλκης έπιασε δουλειά ως ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του θείου του, αδερφού της μητέρας του, Ζήκου Ντίνου.

Ο Ζήκος Ντίνος ήταν κομμουνιστής, η χούντα τον έστειλε εξορία, γύρισε το 1970 και άνοιξε το δικηγορικό του γραφείο (Πανεπιστημίου 46, Β’ όροφος), στο οποίο παράλληλα συστεγαζόταν και ένας τομέας του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ.

Ο Άλκης συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα. Με την ομάδα του έκρυβαν τους κυνηγημένους σε υπόγεια, τους φρόντιζαν και τους φυγάδευαν στο εξωτερικό.

Συνελήφθη το καλοκαίρι του ’72, κρατήθηκε και βασανίστηκε άγρια για πέντε μήνες, πρώτα στην Μπουμπουλίνας και ύστερα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Δε μίλησε.

Δε θέλω να εστιάσω καθόλου στο αν μίλησε ή όχι, δεν είμαι εγώ που θα αποφασίσω ποιο είναι το όριο του πόνου, της αυταπάρνησης ή της αξιοπρέπειας. Και να είχε μιλήσει δε θα τον αδικούσα, όπως δεν αδικώ όσους υπέγραψαν κι έφυγαν ζωντανοί απ’ τη Μακρόνησο και τα άλλα ξερονήσια.

Δεν είμαι ήρωας και δε δικαιούμαι να κρίνω τους ήρωες.

Πάντως, για την Ιστορία, ο Άλκης δε μίλησε.

Κι όταν η ανάγκη γίνεται Ιστορία, τότε η ιστορία γίνεται σιωπή.

Μπήκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ όρθιος και βγήκε με φορείο.

Σακατεμένος.

Για πολύ καιρό ήταν κατάκοιτος και τον τάιζαν με καλαμάκι.

Κάποια στιγμή συνήλθε κάπως και επέστρεψε στην ενεργό δικηγορία. Εντάχθηκε στο Κόμμα, στην οργάνωση των δικηγόρων, και παρέμεινε ενεργό μέλος για πολλά χρόνια.

Από το ’74 και μετά άρχισαν τα μεγάλα προβλήματα.

Η υγεία του επιδεινώθηκε ραγδαία.

«Να φανταστείς», μου λέει ο Ηλίας, «ήταν να με παντρέψει το 1975, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί νοσηλευόταν για μεγάλο διάστημα στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Τελικά μπορέσαμε να γίνουμε κουμπάροι, μετά από μερικά χρόνια βάφτισε την κόρη μου την Κατερίνα».

Για χρόνια μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία. Μέχρι την Ανατολική Γερμανία έφτασε. Τη «Ρόζα» εκεί την έγραψε. Στο νοσοκομείο στη Λειψία.

(Αναρωτιέμαι που να έχει χαθεί αυτό το χειρόγραφο. Να θυμηθώ να ρωτήσω τον Θάνο.)

Ο Άλκης ήταν αγωνιστής.

Το πάλεψε όσο μπορούσε. Για ένα διάστημα επέστρεψε και στη μάχιμη δικηγορία. Έφυγε απ’ το γραφείο του θείου του και άνοιξε δικό του, στη Βερανζέρου. Παρέμεινε ανοιχτό μέχρι το ’84. Μετά δεν μπορούσε άλλο. Όχι να δικηγορήσει, καλά καλά ούτε να σταθεί όρθιος για πολλή ώρα. Οι πόνοι ήταν αφόρητοι.

Ήταν τότε λοιπόν που ξεκίνησε η καινούργια του εξορία, η εξορία του κλειστού δωματίου, όπως σπαραχτικά την περιγράφει στο «Σαράκι του Ρεμπώ»:

[…] τέσσερις τοίχοι η καινούργια μου εξορία.
Δε φταις εσύ, δε λέει συγγνώμη ο κεραυνός.

Κλείστηκε σπίτι. Αλλά ποτέ δεν απομονώθηκε.

Απλώς ζούσε μια ζωή, δυο πόντους έξω απ’ τη ζωή.

Εμείς,, οι νεότεροι φίλοι του, έτσι τον γνωρίσαμε. Στο σπίτι.

Δεν ήταν πάντα έτσι.

Ο Ηλίας τα ξέρει καλύτερα:

«Με τον Βαγγέλη γνωριζόμαστε απ’ τον Οκτώβρη του ’67, πρωτοετείς στη Νομική. Είχε ήδη εκδώσει τη μελέτη του στον Καρυωτάκη, εντυπωσιακό πράμα για παιδί δεκαεφτά χρόνων. Ήταν λεπτός, ευγενής, συνεσταλμένος.»

Αμέσως γίναμε φίλοι.

Τα βράδια γυρνούσαμε τις μπουάτ. Πηγαίναμε στον Μαρκόπουλο, στη Λήδρα, στον Λεοντή ν’ ακούσουμε το Καπνισμένο τσουκάλι με τον Ξυλούρη, στον Θάνο, στην Αρλέτα, στον Γιώργο Ζωγράφο, σε όλους.

Δεν αφήναμε μαγαζί για μαγαζί.

(…)«Ρε Μίλτο, γράφτηκαν πολλές σαχλαμάρες μόλις έφυγε. Ο Βαγγέλης δεν ήταν αποκομμένος απ’ τη ζωή. Ήταν ένας ζωντανός άνθρωπος, κεφάτος, γεμάτος από ζωή. Να ’ξερες τι χαρά έκανε όταν τον έπαιρνα τις Κυριακές και πηγαίναμε στο στέκι μας στην Πεντέλη, να φάμε το αγαπημένο του κατσικάκι φρικασέ και να πιούμε τα κρασάκια μας… Το ίδιο και στα στέκια του στην Πάργα. Απλώς δε γούσταρε να τον βλέπουν δημόσια σε κοινωνικές εκδηλώσεις και να νιώθει ότι προκαλεί τον οίκτο. Γι’ αυτό δεν πολυέβγαινε. Όχι γιατί δεν ήθελε».

Το γράφω. Και το προσυπογράφω.

Τους δυο βασανιστές του τους συνάντησε κάποτε. Μικρός τόπος είμαστε, συνεχώς πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο.

Τον ένα στην Ευελπίδων, έξω από μια αίθουσα δικαστηρίου. Ήταν αστυνομικός.

Ο Αλκής τον γνώρισε αμέσως. Του λέει: «Με θυμάσαι;» Ο άλλος δεν τον κατάλαβε. «Κάτι μου θυμίζεις, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μήπως υπηρετήσαμε μαζί φαντάροι;»

Ο Αλκής χαμογέλασε και του είπε:

«Έχεις δίκιο. Μαζί υπηρετήσαμε. Μόνο που εσύ ήσουν από πάνω κι εγώ από κάτω».

Έκανε μεταβολή και έφυγε.

Τον άλλο τον πέτυχε στο καράβι.

Σαλπάρισε μια νύχτα με πανσέληνο/και στο στερνό του γράμμα μου `χε γράψει:/«Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο/και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει» (Πόρτο Ρίκο)

Μου έλεγε τις προάλλες ο Γρηγόρης, ο αδερφός του: «Κάποια φορά, λίγο μετά τη μεταπολίτευση, όταν πια μπορούσε να στηρίξει την πλάτη του σε κάθισμα, τον πήρα με το αμάξι να τον φέρω στην Πάργα. Τότε η γέφυρα δεν υπήρχε ακόμα ούτε ως υποψία, πήραμε το καραβάκι απ’ το Ρίο και τον βοήθησα ν’ ανέβει τα σκαλάκια να βλέπει τη θάλασσα. Όταν φτάσαμε στο Αντίρριο και μπήκαμε στο αμάξι για να συνεχίσουμε το δρόμο μας, μου είπε: Πάνω στο πλοίο είδα το βασανιστή μου.

Του λέω: Είσαι σίγουρος;

Με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που έλεγε: Αστειεύεσαι; Μπορώ να τον ξεχάσω ποτέ;

Λύσσαξα, πάτησα φρένο: Δείξ’ τον μου τον πούστη να τον σκίσω. Αν μου τον έδειχνε, δε θα έβγαινε ζωντανός απ’ τα χέρια μου.

Δε μου τον έδειξε. Έκανε μόνο μια κίνηση με το δεξί χέρι: Προχώρα, δεν έχει σημασία. Χρυσό τον έκανα, εκείνος τίποτα, αμετάπειστος. Τον ήξερες δα τον Άλκη, δεν του γύριζες το κεφάλι με τίποτα. Εκ των υστέρων κρίνω ότι καλά έκανε. Ακόμα στη φυλακή θα ήμουν».

Σε γενικές γραμμές, αυτή ήταν η στάση του Άλκη απέναντι στο παρελθόν.

Το γνώριζε, το θυμόταν, αλλά κοιτούσε μπροστά.

Ούτε μεμψιμοιρούσε, αλλά ούτε ένιωθε και ήρωας.

Εμείς, πάντως, για εκείνα τα παλιά δεν ξαναμιλήσαμε, ούτε για την ασθένειά του. Τι νόημα είχε άλλωστε;

Κάτι άσχετες ώρες που μου ’ρχόταν να τον ρωτήσω περισσότερες λεπτομέρειες, θυμόμουν την ατάκα του:

«Άσ’ τα, μανάρι. Βράσ’ τα. Ό,τι έγινε έγινε».

Και δε ρωτούσα τίποτα.

Ό,τι έγινε έγινε.

Kαλότυχα είναι τα βουνά/ψυχή δεν έχουν να πονά, καρδιά ν’ αργοπεθαίνει/πέφτει μια κίτρινη βροχή/πού να `βρουν στέγη και τροφή/του κόσμου οι κολασμένοι (Της αγκαλιάς η ξενιτιά)

Ο Θάνος Μικρούτσικος μιλάει για ένα έργο που έχει μπει στην ανθολογία του ελληνικού τραγουδιού, το «Εμπάργκο».

«Είναι αλήθεια ότι την εποχή των ηχογραφήσεων των τραγουδιών του “Εμπάργκο” είχα πια αυτή τη συνείδηση.

»Ανακάλυψα τον Αλκαίο το 1978 από ένα δημοσιευμένο ποίημά του στον “Ριζοσπάστη”, το μελοποίησα και όταν κάναμε την πρώτη επαφή, άρχισε να μου στέλνει κάθε εβδομάδα τουλάχιστον ένα ποίημα. Αποτέλεσμα, να μαζευτούν καμιά εξηνταριά τα επόμενα 2-3 χρόνια κι εγώ βρέθηκα να έχω μελοποιήσει περίπου σαράντα.

»Από αυτό το υλικό λοιπόν ξεδιαλέχτηκαν τα τραγούδια που αποτέλεσαν το “Εμπάργκο”. Εγινε δηλαδή ένα καλό “κριθάρισμα” και από πλευράς κειμένων και από πλευράς μουσικής επεξεργασίας. Ετσι, είναι από τις δουλειές που όταν πια άρχισα να την επεξεργάζομαι στο στούντιο, είχα συνείδηση ότι αποτελούσε ένα πολύ δυνατό έργο συνολικά. Αλλωστε υπήρχαν δύο προανακρούσματα.

»Το τραγούδι “Ερωτικό”, η γνωστή πιρόγα, είχε ήδη εκτελεστεί σε μεγάλα ακροατήρια από το 1981 με τρομακτική αποδοχή. Ταυτόχρονα το 1980, στο Φεστιβάλ Αθηνών, σε μια συναυλία μου έπαιξα το “Κακόηθες Μελάνωμα” και η αίσθηση που αποκόμισα από το κοινό ήταν εξαιρετική.

»Οταν λοιπόν το 1982 μπήκαμε στο στούντιο για το “Εμπάργκο”, μαζί με έναν ποιητή που υποδυόταν τον στιχουργό, ήξερα πια ότι βαδίζαμε σε ένα δρόμο για να φτιάξουμε έργα που είχαν πολύ μεγάλη πιθανότητα, όπως και συνέβη, να ανανεώσουμε(ουν) το ελληνικό τραγούδι».

Στου αιώνα την παράγκα στρώσε τ’ όνειρό σου μάγκα/στα κρυφά και ταπεινά ψάξε τα παντοτινά (Για μια Ντολόρες)

H μπόρα εδώ, ερχόταν πάντα ξαφνικά. Ευαισθητοποιούσε στο έπακρο τις αντέννες, λαχτάριζε τις πόες της αυλής και μολαταύτα η αλήτισσα απορούσε με την αμάχη μας. Ύστερα κατέβαιναν τα συνεργεία: Οι Υπηρεσιακοί Παράγοντες –οι Εκατομμυριομέδιμνοι– οι αφελείς περιπατητές, καθ’ ολοκληρίαν έντιμοι αφού η μπόρα εδώ ερχόταν πάντα ξαφνικά. Όπως η ανεργία. Όπως ο στασιμοπληθωρισμός.

Ύστερα μ’ ανακοινωθέν όλα κάλμα. Ο κράχτης της υπόγας διαλαλούσε την πραμάτεια του, οι δεξιώσεις ξανάβρισκαν την αρρυθμία τους, το τραίνο ξανάβρισκε το ρυθμό του –μόνο ο ρυθμός της παράγκας προκλητικά γυμνός κρεμασμένος απ’ τις θηλές τ’ ουρανού –το τρίξιμο της πόρτας στη νύχτα –ο μπόμπιρας που τουρτουρίζει– οι γενιές που θάρθουν –η Μάρθα στη γωνιά να συλλαβίζει: Άββ – ρόοο – ραα.

«Καθένας πράττει κατά το χρέος του» είπε. Κι έτσι καθώς το πρόσωπο Του αντιγύριζε τον ήλιο πάνω μας χάθηκε σα στοχασμός. Έτσι απλά, στο πρώτο φέγγος των πραγμάτων, κει που τελειώναν οι σκαλωσιές κι άρχιζε η απεραντοσύνη, εκμηδενίστηκε η απόσταση: Μπαμ! Κείνη την ώρα οι εργάτες κατάχαμα παίρνανε το κολατσό τους –χρονομετρημένες μπουκιές– χρονομετρημένες γουλιές– χρονομετρημένες ανάσες. Μπαμ. Κι ο αγέρας γελαστός μας άγιαζε με την ανάσα του. Μπαμ. Κι ο ήλιος ανέβαινε, ολοένα ανέβαινε κι άστραφτε πάνω στα λουλούδια, χωνόταν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις φυλλωσιές, τίναζε το βλέμμα μας στην ιονόσφαιρα, στο δεύτερο φέγγος των πραγμάτων. Πάνω που άρχιζε να τραγουδάει ο Εργάτης. Νάσαι ωραίος έτσι χαμένος:

Τι άνοιξη θε μου καταχείμωνα! Η Αλίκη με το κόκκινο φουστάνι πηλαλάει, ανεβαίνει τις σκάλες –οι πόρτες που ανοίγουν –οι καρδιές που ανοίγουν –οι πληγές που κλείνουν –εφτά δραχμές για την εφημερίδα –καλημέρα –πόρτα δεν είν’ πολλά…

Τι άνοιξη θε μου καταχείμωνα! Ο Άλκης με το καφετί αδιάβροχο τι σφίγγει στη μασχάλη του, τι κρύβει στις φλέβες του, ποια αρμονία κανοναρχεί το πέλμα του, ποια Γένεση ποιο θάνατο χλευάζει το στέρνο του –ωστόσο τρέμει μην εκραγούν οι ηφαίστειες αρτηρίες του.

Λοιπόν πατέρα, δεν ξέρεις τι όμορφη πούναι τούτη η κυψέλη. Δεν έχει βασίλισσα, δεν έχει κηφήνες –μονάχα εργάτες. Κι έχει κάτι εργάτες πατέρα, μουντζούρικους, μα με τη λάμψη στα μάτια, ιδρωμένους, μα με το γέλιο στα χείλη. Κι έχει κάτι εργάτες, απλούς σαν το χάδι της μάνας, γοργούς σαν το πιο ατίθασο άτι, ανυπόμονους σαν το πιο βουερό ποτάμι. Δεν ξέρεις τι όμορφη πούναι τούτη η κυψέλη. Δεν έχει βασίλισσα, δεν έχει κηφήνες –μονάχα εργάτες. Κι έχει κάτι εργάτες πατέρα, ίδια με το ατσάλι δυνατούς. Ίδια με θαλασσόλυκο άφοβους. Ίδια περίσκεπτους με σοφούς της πράξης. Δες την κερήθρα, άρχισε να γιομίζει μέλι!»

Άλκης Αλκαίος

 

Πάμε στον κόσμο υπέροχα μονάχοι/μ’ ένα παλιό τραγούδι χαρωπό/το τραγουδάνε οι θαλασσομάχοι/και λέει στο γλυκό του τον σκοπό/πως μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει (Αργώ)

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *