Κλειστό δωμάτιο παλιού σπιτιού με βαριά έπιπλα, χοντρά χειμωνιάτικα ρούχα, κιτρινωπός φωτισμός και κυκλωτικές αναμνήσεις. Στο σαλόνι ένα πορτατίφ πάνω σε στρογγυλό τραπέζι με μακρύ πλεκτό τραπεζομάντηλο. Δίπλα του, να ρίχνει και να ξεσκονίζει τις σκιές, ένα άλμπουμ με φωτογραφίες. Και πολλοί φάκελοι με τηλεγραφήματα. Παραδίπλα, το σεντούκι με τα αναμνηστικά. Γυαλί και καθρέπτης. Ευλογία και μπελάς μαζί. Αλλοτινές εποχές με κακουχίες και καταξίωση μέσα από θάρρος, ταλέντο και κουράγιο. Ο προορισμός δεν είναι ποτέ ένα μέρος αλλά διαφορετικός τρόπος να προσεγγίζεις τα πράγματα. Η φωτογραφία δεν είναι αυτό που βλέπεις αλλά αυτό που νιώθεις ότι σε κοιτά. Είναι εκείνο που σε τρυπά, που σε αγγίζει συναισθηματικά. Δείχνει να είναι, συνέχεια, μόνη ακόμα και όταν συντροφεύουν άλλοι. Ούτε προσπαθεί να αποφύγει την μοναξιά της. Την αποδέχεται ως πεπρωμένο. Είναι γενναιόδωρη, ευγενής, περίεργη, σεμνή και φιλόξενη. Τίποτα προσποιητό. Κάθε φορά που κοιτάμε τα πράγματα, απόμακρα, και με την προσέγγιση του παρατηρητή, εκτιμούμε όσα καθημερινά χάνονται και βουλιάζουν στην τριβή της συνήθειας.
Έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν στη Μαρίκα Νίνου. Μάλιστα, σε δύο αφιερώματα. Όμως, φαίνεται πως συνεχώς, κάτι αναζητά να μας αποκαλύψει. Με καταγωγή από την Αρμενία. Ξεριζωμένη από την πατρίδα της. Σχεδόν, πεθαμένη, στο πλοίο που γεννήθηκε και μετέφερε την οικογένειά της στον Πειραιά. Με καλλιτεχνικό ψευδώνυμο- φαντασίωση προς την καταξίωση. Κάπως σαν την Αντιγόνη του Σοφοκλή που τη μετονόμασε σε Αγάπη, ο Άλκης Αλκαίος. Από Ευαγγελία Αταμιάν σε Μαρίκα Νίνου. Μαρίκα, διότι η Μαρίκα Κοτοπούλη μεσουρανούσε. Αλέγρα προσωπικότητα. Οι οδηγοί των φορτηγών στους δρόμους, κοντά στο Αιγάλεω, την φώναζαν ΝτελιΜαρίκα. Δηλαδή, τρελοΜαρίκα!
Η παράσταση στο Θέατρο 104 με κομπανία στο σανίδι που μετατρέπεται σε πάλκο, αποκαλύπτει το μεγαλείο της σιωπής μετά μουσικής! Με άλλα λόγια, η απουσία του άλλου όταν γίνεται βεβαιότητα, με την αδυναμία ουσιαστικής συνάντησης δύο ανθρώπων στους δρόμους των μεγάλων αισθημάτων. Η Μαρίκα Νίνου, όπως την ενσαρκώνει η Δήμητρα Σκλάβου, κάνει τον απολογισμό της ζωής που πέρασε και έφυγε τόσο γρήγορα. Στέκεται στα σημαντικά και με την ευλάβεια και τη σοφία της γνώσης για το πεπερασμένο της παρουσίας, αφήνει πίσω τους βαριούς μπελάδες, συγχωρεί, και με τις βαλίτσες έτοιμες, ταξιδεύει στο χρόνο κάνοντας στάσεις σε γεγονότα, πρόσωπα και στιγμές στον έρημο κόσμο που πνίγεται στη δική του ενοχή. Άγιο μύρο και λιβάνι μες στο αγιάζι.
Η αδιάκοπη ροή της εξιστόρησης κόβεται από την παύση για βαθιά αναπνοή όταν θυμάται το γιο της, σε παιδική ηλικία, και το πώς θα μπορούσε να τον μεγαλώσει μένοντας περισσότερο καιρό κοντά του. Η Κωνσταντινούπολη, η μαγική πόλη, το σταυροδρόμι πολιτισμών ανατολής και δύσης, είναι σημαδιακή για τη Μαρίκα Νίνου. Εκεί, γίνεται αποδεκτή από Τούρκους και Αρμένιους. Δίνει συναυλίες με τον Βασίλη Τσιτσάνη και την Ευαγγελία Μαργαρώνη. Αμείβονται με λίρες. Διασκεδάζει την αστική τάξη της Ελλάδας και παρότι ήταν επιβλητική, νιώθει μειονεκτικά εξαιτίας των φθαρμένων ρούχων της.
Περί τα δυσμάς του βίου της, κάθεται σιμά στο παράθυρο του νοσοκομείου. Αναπολεί και ανατρέχει στις σελίδες της μνήμης. Τις αγαπά, δεν τις φοβάται. Μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, ξαναγυρίζει στο σπίτι που έπιασαν στην Κοκκινιά. Η οικογένεια χωρίς τις απώλειες από τα χτυπήματα του Χάρου. Οι παλιές συμπορεύτριες, οι σύντροφοι στη δουλειά, τον έρωτα και την καθημερινότητα. Σαν το τρεχαντήρι που φέρνει τον πολύτιμο αγιασμό ο οποίος ξορκίζει τη λησμονιά. Πορεία προς το άγνωστο. Ασπρόμαυρη ταινία ανοίγεται μπροστά μας. Συμφιλιώνεται στου στεναγμού τα κάστρα. Έτσι κι αλλιώς, πλέον, δεν μπορεί να αφήσει τίποτε για αύριο… Οι ανταγωνισμοί παραμερίζουν και, τι φέρνει κοντά τους ανθρώπους; Μα φυσικά, το φαγητό. Η σπεσιαλιτέ της είναι η ελευθερία της αξίας της επικοινωνίας. Η πλατιά αγκαλιά και το χαμόγελο! Ετοιμάζει τουρλού και μακαρονάκι κοφτό. Η Σωτηρία Μπέλλου, η Σεβάς Χανούμ μετακινούν την καρέκλα, τη φιλούν σταυρωτά -νερό και αλάτι, βύσσινο και μαράζι τα περασμένα-, και κάθονται στο ηφαιστειώδες τραπέζι. Το ρολόι σταματά να τρέχει βιαστικά. Η περιπέτεια συνάντησε τα αίτια και τα απωθημένα καταλάγιασαν την αρρώστια. Έστω και πρόσκαιρα. Γιατί τα πιο ουσιαστικά και σημαντικά ήρθαν στην επιφάνεια. Το ορυχείο της ψυχής στο στεριανό παραμύθι της θεατρικής σκηνής. Δεν είναι απειλή που θα την ακολουθεί. Είναι ευχή. Είναι η συνέχεια όσων έζησε και όχι η απότομη λήξη. Η βία στιγματίζει και καταδικάζει ό,τι έπεται. Ποτέ τίποτα δεν χάνεται, αρκεί να το αγαπάμε. Ας βρούμε, λοιπόν, με σιγουριά, πως δεν θα μας λείπουν όσα αγαπήσαμε!
Όλα τα αφήσαμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα ‘ρθεί ποτέ. Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα όπως: Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας. Όμως τ’ αφήναμε για αύριο…
Χρόνης Μίσσιος
