Το Ναυάγιο
Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά.
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε—ψηλά ψηλά,
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούργιο, ολοκαίνουργιο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα.Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.
Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε με μας.
Μανόλης Αναγνωστάκης
Ο Λευκός έχει υπολογίσει τις πιθανότητες. Η ταχύτητα του τρένου και η κατάλληλη στιγμή της πτώσης του ίδιου στις γραμμές, θα επιφέρουν, σίγουρα, το θάνατο και έτσι, τη λύση όλων του των προβλημάτων και των περίπλοκων σκέψεων που τον βασανίζουν. Βέβαια, αυτή θα μπορούσε να είναι η τελική εκδοχή των πραγμάτων. Όμως, εμείς τα μαθαίνουμε εκ των υστέρων. Πότε;
Βρισκόμαστε στο σαλόνι ενός διαμερίσματος. Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Έξω κρύο. Μέσα, δύο πρόσωπα. Ο Μαύρος και ο Λευκός. Ο πρώτος έσωσε τον δεύτερο από την αυτοκτονία. Ξεκινά η αναγνώριση των δύο. Από επιφανειακές, σύντομες, ανταλλαγές λόγων- για να προσδιοριστεί η ελάχιστη αποδεκτή επικοινωνία- σε διαρκώς, βαθύτερες καταδύσεις. Φαινομενικά και από θέση σχημάτων αντιπαράθεσης, έχουμε δύο αντικρουόμενες πλευρές.
Από τη μία ο κυνισμός, η ματαιότητα και τα αδιέξοδα που οδηγεί ο λεγόμενος, δυτικός τρόπος ζωής. Ευφημισμός της κεφαλαιοκρατίας. Εξαντλεί και στερεύει τον άνθρωπο. Μαζεύει όλη του τη νιότη, την ευεξία της δημιουργικότητας και γνώσης για να τα χρησιμοποιήσει στη συντήρηση και αναπαραγωγή της. Ονειρογραφία. Περιπλάνηση σε αλλοτινές εικόνες που πέρασαν και άφησαν το ίχνος τους.
Από την άλλη, ο αυτόκλητος κήρυκας του θεϊκού παραγγέλματος. Η οντότητα που καλεί το άτομο, αφού αδυνατεί να βρει συμπαραστάτες και καρτερία σε οικείους και άγνωστους, φίλους ή εραστές, να αναζητήσει μεταφυσική παρηγοριά μέσω αντιπροσώπου και παροχή πίστης. Ανάλογη ή μη, της τραπεζικής. Επαφίεται στην κρίση των αναγνωστών/τριων και κυρίως, των θεατών/τριών.
Ο Μαύρος είναι φτωχός. Έχει περάσει από της φυλακής τα σίδερα και ήταν λεβέντης! Παραλίγο, μάλιστα, να δολοφονήσει και συγκρατούμενο του. Ο υπαινιγμός του συγγραφέα. Η κατήχηση για το νέο παράθυρο-διέξοδο στη ζωή, περνά μέσα από την αιρετική διαπαιδαγώγηση. Οι κατάδικοι υιοθετούν και απορροφούν λέξη προς λέξη τις παραβολές της Βίβλου, θεωρώντας τες υπαρκτές, και ξαφνικά, ο θεός (γιατί ο άνθρωπος καθίσταται έρμαιο των παθών και των προδιαγεγραμμένων επιθυμιών του) γίνεται ο απόλυτος ρυθμιστής της μοίρας.
Ο Λευκός δεν περιμένει τίποτε και από κανέναν. Δεν έχει καμία απαίτηση για το βίο. Ο πανεπιστημιακός καθηγητής θεωρεί την αυτοκτονία ιδεατή εξέλιξη στο αδιέξοδο που έχει περιέλθει. Παρότι βρίθει από γνώση και νομίζει πως έχει επαρκές πλαίσιο δικαιολόγησης όσων πράττει, δεν υπολογίζει τον εαυτό του ως μέλος ενός συνόλου, δυνάμει επαναστατικού και συγκρουσιακού, αλλά σαν απόστημα ενός σώματος που σαπίζει με αργή ωρίμανση! Μάλιστα, δεν λογαριάζει ούτε την ηθική υπόσταση της πράξης του, παρότι η ηθική κάθε περιόδου, καθορίζεται από την εκάστοτε κίνηση των νόμων της παραγωγής και του αναμφισβήτητου αξιώματος της ύλης. Το ατομικό συνιστά, ταυτοχρόνως, και γενολογικό, η ατομική λειτουργία συνιστά άμεσα και λειτουργία αναπαραγωγής του γένους. Ο άνθρωπος εξ υπαρχής εντοπίζεται εντός της ενότητας βιολογικού και κοινωνικού στους άμεσα εξεταζόμενους ανθρώπους προβάλλει, πρωτίστως, με τη βιολογική πλευρά αυτής της ενότητας. Μάλιστα, η βιολογική πλευρά είναι διττή. Συνιστά βιολογική σχέση των ανθρώπων προς τη φύση και αλλήλους.
Από την εποχή των παραμυθιών, τότε που οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα με τις διηγήσεις, τότε που το τζάκι ήταν η τηλεόραση της εποχής και για όλα τα υπόλοιπα χρειαζόταν μόνον η φαντασία, μπροστά στη φωτιά, οι παραμυθάδες αφηγούνταν και όλοι εκστατικοί άκουγαν. Είναι η αιώνια διαπάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Κυρίως, μάθαιναν στα παιδιά για τον σκληρό κόσμο που τα περιβάλλει, μέσα από το όνειρο και τη φαντασία, τις επώδυνες αλήθειες, τη ζωή και τη μετέπειτα πορεία τους μέσα σε αυτήν.
Να υπογραμμίσουμε το εξής. Η δοκιμασία των θεωριών μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών, σε στίβο επιχειρημάτων, εξελίσσεται στη βάση μιας απόφασης. Τι θα συμβεί με τη ζωή του καθηγητή; Διάλειμμα για τακτοποίηση σκέψεων.
Ο Μαύρος παρομοιάζει τα προβλήματα σαν τις ραδιουργίες από τους αλκοολικούς. Βρίσκουμε, κάθε φορά, τρόπους να τα κρύβουμε. Ακόμα και στο μπάνιο μέσα στο καζανάκι μπορεί να βρεθεί ένα μπουκάλι ουίσκι! Ο τρόπος που προσεγγίζει το θεό ο ήρωάς μας, μάς προσφέρει μια σπάνια στιγμή. Η καλή και αγαθή πρόθεση προς μιαν άμεμπτη οντότητα, καταργεί τις αντιστάσεις και τους ενδοιασμούς. Το σκάψιμο στα εσωτερικά ορυχεία οδηγεί σε κρυστάλλινα συμπεράσματα. Όπως: Κάνεις νέα αρχή όταν ξεκινάς από το μηδέν. Όχι όταν επαναλαμβάνεις την ίδια διαδρομή από την αρχή. Ή, όταν σε στάση προσευχής απευθύνεται στο θεό, ενώ δοκιμάζονται τα θεμέλια της πίστης του. Όταν ο θεός εκτός από το θεωρητικό υπόβαθρο δίνει και τα καταλληλότερα λόγια σε εκείνον (τον Λευκό) που δεν ξέρει πώς να τα μεταχειριστεί και όχι σε εκείνον (τον Μαύρο) ο οποίος προσπαθεί να του αλλάξει προσανατολισμό και να τον σώσει. Αναπτύσσεται μια φιλία ανάμεσα σε δύο ισχυρογνώμονες. Σταυροδρόμια με συμβιβασμούς και κρυμμένες αρετές. Πυκνός λόγος. Υποδόριο και επιθετικό χιούμορ για να κερδηθεί χρόνος και πόντοι στην μεταξύ τους παρτίδα. Τυχαία γεγονότα τους διαλέγουν. Στο τέλος του έργου, ο εαυτός τους/μας την ώρα της κρίσης. Κάναμε αρκετά ή έστω όσα θα έπρεπε να για προλάβουμε μία εύθραυστη κατάσταση λεπτής ισορροπίας προτού βυθιστεί στο απόλυτο κενό; Ίσως, την απάντηση να έδωσε ο ποιητής-στιχουργός, Άλκης Αλκαίος, στις Πυραμίδες και το ακόλουθο τετράστιχο:
Ο Ιησούς δεν μπορούσε να γιορτάσει τα γενέθλιά του γιατί δεν είχε ημερομηνία γέννησης. Το 354 οι χριστιανοί της Ρώμης, αποφάσισαν ότι είχε γεννηθεί στις 25 Δεκεμβρίου. Εκείνη τη μέρα οι παγανιστές του βόρειου ημισφαιρίου γιόρταζαν το τέλος της μεγαλύτερης νύχτας του χρόνου και την έλευση του θεού Ήλιου που ερχόταν για να διαλύσει τα σκοτάδια. Ο θεός Ήλιος είχε έρθει στη Ρώμη από την Περσία. Ονομαζόταν Μίθρας. Στη συνέχεια ονομάστηκε Ιησούς.
Eduardo Galeano, «Οι μέρες αφηγούνται», σελ. 391, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2012
Το παρόν αφιερώνεται στη Φόνη! Διότι, με ανέχεται για πολλά χρόνια!
