Home >> Have Fun >> Οι Έλληνες ηθοποιοί, τραγουδάνε;

Οι Έλληνες ηθοποιοί, τραγουδάνε;

Η προοπτική με τη φωτοσκίαση από την τέχνη της Κλασικής εποχής. Η λογική με τις σωστές αναλογίες και ο έρωτας. Για τους αρχαίους ο έρως είναι η φτώχεια. Όταν είναι κανείς ερωτευμένος μοιάζει πολύ φτωχός και παράλληλα, πολύ πλούσιος. Παίρνει στοιχεία από τον πατέρα και τη μητέρα του όπως λέει η Διοτίμα στον Σωκράτη, στο Συμπόσιο. Η σημερινή ντροπή είναι η αρχαία αρετή και θρησκευτικότητα. Το πλησιέστερο στο θεό και τη νεότητα. Προκύπτει η αγαλλίαση σαν πηγή χαράς. Από το λόγο στην εικόνα και από τον ήχο στη μουσική.

Ο έρωτας είναι πολύμορφος και πολυπαραγοντικός, πάντοτε, ανεξιχνίαστος και αδιερεύνητος. Δεν μπορείς να τον προεξοφλήσεις. Έχει να κάνει με το υποσυνείδητο, με τις φοβίες και τις ανασφάλειες. Υπάρχει η σωματική και η πνευματική έλξη. Ο έρωτας δεν έχει ηλικία. Μπορεί να είναι βαθύς και ουσιαστικός. Το βασικό κομμάτι είναι η επικοινωνία. Όταν ο κάθε άνθρωπος μέσω της συντροφικότητας, προσπαθεί να χαϊδέψει τις ελλείψεις του άλλου. Ο έρωτας θα πρέπει να μεταμορφώνεται σε αγάπη ή να εξελίσσεται από τη μορφή της έλξης. Παραδίπλα και οι σαρκοβόροι έρωτες αντάμα με τους ανταγωνισμούς. Είναι δύσκολο να συμβιώσουν δύο άνθρωποι από διαφορετικά περιβάλλοντα. Χρειάζεται ανανέωση και όχι εφησυχασμός. Μικρές εκπλήξεις. Απαιτεί παρατήρηση, ελευθερία, τροφοδότηση με δονήσεις από εξωτερικά ερεθίσματα. Μεταξύ 76ου και 77ου ψαλμού του Δαυίδ διαβάζουμε: Ο άνθρωπος διαπορεύεται σε όλη του τη ζωή μέσα από εικόνες. Είναι και ο ίδιος εικόνα. Είναι ένας ύμνος στο εφήμερο. 

Τραγούδια από φωνές ηθοποιών σαν να παίζουν ένα μονόλογο στο θέατρο.

Ζωή Φυτούση, Μάνος Χατζιδάκις

Τζένη Καρέζη, Μίμης Πλέσσας, Αλέκος Σακελλάριος

Κερασία Σαμαρά, Κώστας Γιαννίδης

Ηλίας Λογοθέτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μποστ

Σταύρος Παράβας, Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Γκάτσος

Άγγελος Παπαδημητρίου, Σπύρος Χαρώνης, Νίκος Γούναρης

Δημήτρης Χορν, Μίμης Πλέσσας, Κώστας Πρετεντέρης

Μάνος Κατράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Καζαντζάκης. Από τον Καπετάν Μιχάλη και το ελληνικό λαϊκό θέατρο, 1966-1967.

Γιώργος Μαρίνος, Σταμάτης Κραουνάκης

ΠΡΩΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Προτού μάθω ούτε να ζω ούτε να πεθάνω, το πρόβλημα για μένα είναι να μάθω πρώτα να πεθαίνω. Το έχω βάλει σκοπό. Ήρθε η ώρα. Η τελευταία. Δύσκολο εγχείρημα! Μπροστά μου ένα τεράστιο τείχος. Απόκρημνοι βράχοι – αδύνατο να σκαρφαλώσω, ξεπερνάει κατά πολύ τις δυνάμεις μου, τουλάχιστον σήμερα. Χρέος μου ωστόσο είναι να διαβώ αυτό το τείχος, να το διαπεράσω. Αυτό υπαγορεύει το πιο βαθύ μου αίσθημα, αν δώσω πίστη στα όνειρά μου. Και μήπως μπορείς να πιστέψεις τίποτε άλλο πέρα από αυτό που σου λένε τα όνειρα, γλώσσα της πιο βαθιάς μας σκέψης. Όταν ισχυριζόμαστε ότι στα όνειρα παύουμε να έχουμε συνείδηση, είναι τρόπος του λέγειν∙ ποτέ δεν έχεις τόσο ανεπτυγμένη συνείδηση και διαύγεια όσο γύρω στο όνειρο. Βρισκόμουν, λοιπόν, στη μέση μιας πλατείας. Τριγύρω ερειπωμένα σπίτια με ρυπαρό γκρίζο χρώμα. Η πλατεία αυτή ήταν μια αλάνα χωρίς λουλούδια, γεμάτη ξερά αγριόχορτα και γαϊδουράγκαθα που έτριζαν από την ξηρασία. Δεξιά, στο πλάι, η γυναίκα μου. Μπροστά, ο τεράστιος όγκος μιας εκκλησίας ή μάλλον ο πολύ ψηλός τοίχος ενός κτίσματος που έμοιαζε με εκκλησία, ένας τοίχος με φάρδος ίσο σχεδόν με το ύψος του∙ σαν τοίχος μεγάλης φυλακής. Δεξιά, πιο χαμηλά, μια πολύ μικρή πόρτα, κλειστή. Ο τοίχος της εκκλησίας, γκριζόμαυρος, μοιάζει διάτρητος από μικρές σκαμμένες εσοχές σε πιο ανοιχτό γκρι. Ιδωμένος από πολύ μακριά δίνει την εντύπωση μεγάλου κάθετου νεκροταφείου, έτσι όπως θα το έβλεπε κανείς από τον αέρα αν δεν ήταν κάθετο.

Στα αριστερά του τοίχου –αριστερά όπως κοιτάζω μπροστά μου– κάτι σαν πολύ ψηλός πύργος, στην κορυφή του οποίου διακρίνεται ένας μπαρόκ τρούλος υποβασταζόμενος από κολόνες· ανάμεσά τους, από τις τέσσερες πλευρές, βλέπω τον ουρανό, ή μάλλον έναν χώρο κενό, θλιβερό και άχρωμο.

«Έλεγες πως αυτή η εκκλησία ήταν όμορφη. Βλέπεις πως δεν είναι αλήθεια. Αντίθετα, είναι πολύ άσχημη», λέει η γυναίκα μου και προσθέτει: «Το είχα αντιληφθεί πριν από σένα. Την ίδια γνώμη έχει άλλωστε και ο Μωρίς, που ξέρει από αυτά».

Κατευθυνόμαστε προς τα αριστερά για να προσπεράσουμε κυκλικά αυτό το οικοδόμημα. Κάτω από τον πύργο υπάρχει κάτι σαν πέρασμα που οδηγεί σε μια κουζίνα, μαύρη από τη βρωμιά, με τρύπιους τοίχους απ’ όπου μπαίνει το ίδιο χλωμό φως που είχα δει στο πάνω μέρος του πύργου.

Μπροστά στον αριστερό τοίχο, μια κατάμαυρη γριά∙ είναι η μαγείρισσα με μαύρη ποδιά, μπροστά στον μαυρισμένο τοίχο όπου κρέμονται τα κουζινικά, μαύρα κι αυτά. Διασχίζουμε στα γρήγορα την κουζίνα και βρισκόμαστε σε ένα κατηφορικό χωράφι, καλυμμένο με την ίδια ξεραμένη βλάστηση κάτω από τον μουντό ουρανό.

Ευγένιος Ιονέσκο, Ψηφίδες ημερολογίου, μετάφραση από τα γαλλικά: Αντώνης Καραβασίλης, στιγμή, Αθήνα 2018, 224 σελ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *