Ας παίξουμε το γνωστό παιχνίδι με τα δίπολα. Από τη μία πλευρά θα βάλουμε τη νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, Σπασμένη Φλέβα, και από την άλλη, τη μουσικοθεατρική παράσταση, Μαρίκα με είπανε, Μαρίκα με βγάλανε, των Οδυσσέα Ιωάννου και Γιώργου Ανδρέου.
Η χελώνα προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια ενός ενυδρείου. Σκηνή έναρξης και σήμα κατατεθέν της αναγνωρισιμότητας του Οικονομίδη. Σύγχρονο, αφού εφάπτεται στις τωρινές ανάγκες, νεορεαλιστικό σινεμά. Έχουμε, λοιπόν, τη διαδοχή στιγμών, αποφάσεων και συνθέσεων τοπίων, που ακολουθούν τη ζωή ενός επιχειρηματία, ο οποίος βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Χρωστά στο δημόσιο, στις τράπεζες και ακόμα χειρότερα, σε τοκογλύφο. Παρακολουθούμε τέσσερις ημέρες αγωνίας, επιδεξιότητας, κατεργαριάς και καπατσοσύνης, από μια αδίστακτη και τυχοδιωκτική προσωπικότητα. Προσπαθεί να σώσει το σπίτι του. Ξεπουλά εμπορεύματα, για να γλιτώσει τις κατασχέσεις. Έχει προλάβει να εμπλέξει την κόρη του, χωρίς να το γνωρίζει η σύζυγος και τελικά, καταδικάζει το γιο του.
Ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης, δεν μάς παρουσιάζουν το τι έχει προηγηθεί και μάς πετούν, κατευθείαν, στα βαθιά νερά. Ταυτόχρονα, βλέπουμε ιστορίες μικροαστών, ελαφρώς, παραβατικών ανθρώπων και τη ροή της διαφθοράς και της σήψης που γεννά, αναπαράγει και ανακυκλώνει η κεφαλαιοκρατία και απλώνεται, άρα επηρεάζει, όλους τους τομείς της ζωής. Με άλλα λόγια, η μη δημιουργική εργασία οδηγεί σε διάφορες εξαρτήσεις, μετατρέπει το άτομο σε απότομο ον, χωρίς έλεγχο της ζωής και της συνύπαρξής του με τους υπόλοιπους και κάπως έτσι, αναζητά την προσωρινή εξασφάλιση, αλλά, ωστόσο, οδηγείται με ακρίβεια σε μόνιμα αδιέξοδα. Το φως που προσδοκά για μια νέα αρχή (Κλέλια Ρένεση) ομοιάζει τόσο με σανίδα σωτηρίας όσο και με μηχανισμό υπενθύμισης και ευαρέσκειας. Πάλι, με αμφίβολες προθέσεις και κατάληξη.
Το θεατρικό σανίδι δημιουργεί μια γέφυρα. Εκεί συναντιέται η Μαρίκα Νίνου με τη Μαρίκα Παπαγκίκα. Η Μαρίκα Νίνου δίνει την απάντηση μέσα από τη ζωή, τη φωνή και τον τρόπο της. Η πατρίδα της ήταν η σκηνή. Εκεί ένιωθε πως αυτό είναι το σπίτι της. Η Μαρίκα Παπαγκίκα έφυγε με την καταστροφή της Σμύρνης και μετανάστευσε στην Αμερική: Την πατρίδα μου την έφτιαξα μονάχη μου. Εγώ την έφτιαξα και την κουβαλούσα επάνω μου. Γιατί έτσι δεν ξεριζώνεσαι. Ο δρόμος δημιουργεί το συναίσθημα, η φωνή και η χροιά. Το αντίστοιχο αίσθημα. Τι είναι αυτό που προκαλεί συγκίνηση;
Κατά τη διάρκεια της γραμμικής εξέλιξης του χρόνου, δεν βρέθηκαν, ποτέ, μαζί. Όμως, η πένα και η έμπνευση του εξαίσιου γραφιά, τις ένωσε. Πώς το έκανε; Με το εύρημα μιας κόρης. Η οποία παίζει το ρόλο της ακροάτριας αλλά και της αφηγήτριας. Παρηγορεί, ακούει, καταπραΰνει τις εξάρσεις και τα πάθη από τα παλιά, αφουγκράζεται, ταξινομεί τις αναμνήσεις, προσθέτει την παιδική αθωότητα και τη μελαγχολία της απουσίας χαδιού. Είναι εκείνη που φέρνει την ειρήνη με τις θύμησες των δύο ερμηνευτριών. Όταν πλησιάζει το κακό, σαν την καλή Μοίρα που γνωρίζει και πλέκει τα μελλούμενα, έρχεται συγκαταβατικά και μάς θυμίζει ότι ο πραγματικά χαμένος χρόνος είναι αυτός που σπαταλούμε όταν προσπαθούμε να βρούμε και να διορθώσουμε τα λάθη του παρελθόντος.
Δεν ξέρω πώς να σε θυμάμαι
Αλλά χρειάζεται να σε θυμάμαι
Το να ζεις σαν ενεργός πολίτης, άνθρωπος του μόχθου, με κοινωνική μόρφωση, περπατώντας τη ζωή από το μηδέν, είναι το καθήκον το οποίο δεν έχει ανταμοιβή αλλά υπηρετεί και καθιστά τον βίο, αξιοβίωτο. Ο Ισοκράτης, όταν πέθανε ένας φίλος του από την Κύπρο, αισθάνθηκε την ηθική υποχρέωση να του πει δυο λόγια στο παιδί που έμεινε πίσω. Δυο συμβουλές για όταν θα μεγαλώσει. Εάν χρειαστεί να ρωτήσεις κάποιον για οποιοδήποτε πρόβλημά σου, φρόντισε να πάρεις τη γνώμη από ανθρώπους που έχουν πετύχει στη ζωή τους. Όχι από εκείνους που έχουν αποτύχει, σχετικά. Διότι, «ο κακώς διανοηθείς περί των ιδίων ουδέποτε βουλεύσεται καλώς περί των αλλοτρίων».
Συμπερασματικά, όσα χάσαμε, θα τα ξαναβρούμε; Ο Προμηθέας, μάς υπενθυμίζει: «Ω εσύ ευλογημένη γη, ω εσύ ουράνιε αιθέρα που κλείνεις στους στροβίλους σου του σύμπαντος το φως, δείτε πόσο άδικα πάσχουμε».
