Ο τρυφερός Ορέστης μ’ ένα νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά του και η φλογερή κοκκινομάλλα Αμαλία. Ο δυναμικός Μουράτ και η ευάλωτη Ιουλία, η γυναίκα που δεν διστάζει να παλέψει με τόλμη για τις δικές της αλήθειες. Ο Λουκάς με τα μοναδικά μπλε μάτια, o πληγωμένος από “Δύο νύχτες έρωτα”, και η λεπτεπίλεπτη Άννα.
Ζευγάρια ανάμεσα σε μονόπετρα δαχτυλίδια κι ανάσες τρεμάμενες. Το μεθυστικό άρωμα της αγάπης τους, σε μια Ελλάδα που αναμετριέται με την ομορφιά της.
Γιατί η αγάπη δεν έχει όρια, λούζει με φως ολόκληρη την ζωή μας, χαράζει την ύπαρξή μας. Βαθιά μέσα της κρύβει την αιωνιότητα.
Η αγάπη μου για τα βιβλία της κας. Ρένας Ρώσση – Ζαϊρη είναι δεδομένη! Τής την έχω εκφράσει τόσο μέσω γραπτής μας επικοινωνίας όσο κι από κοντά στην έκθεση βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως όπου κι αγόρασα το τότε τελευταίο της βιβλίο με ιδιόχειρη υπογραφή, την οποία κι έβαλε και σε παλαιότερα βιβλία, τα οποία έκαναν μαζί μου το δρομολόγιο Λαύριο – Αθήνα για τον σκοπό αυτόν.
Κοντολογίς, την θεωρώ μια γλυκιά κι απίστευτα μορφωμένη γυναίκα, πάντα βάσει των έργων της και του υλικού στ’ οποίο έχει πρόσβαση κανείς τόσο απ’ τα κοινωνικά της δίκτυα όσο κι απ’ τις συνεντεύξεις, τις οποίες έχει δώσει.
Ως παιδαγωγός που είναι (έχει γράψει, εξίσου, πολλά παιδικά βιβλία) καταπιάνεται πάντα με κοινωνικά θέματα και ζητήματα σχέσεων, τα οποία ντύνει με κομψό, λυρικό λόγο κι άπλετο συναίσθημα. Αν υπάρχει μια πονεμένη ψυχή που ψάχνει μερικά παρηγορητικά λόγια, αξίζει να διαβάσει την κα. Ρώσση και να θεραπεύσει λίγο απ’ τον πόνο του.
Κάθε της βιβλίο θεωρώ πως θα έπρεπε να διδάσκεται, καθώς απ’ αυτά μπορούν ν’ αντληθούν πολλές παράμετροι ανθρωπιάς και ν’ ανοίξει διάλογος.
Ωστόσο…
Υπάρχει κι ένα ωστόσο.
Κατά την ταπεινή προσωπική μου γνώμη, κάτι δεν πήγε καλά με την “βουτιά στην αγάπη”.
Και γιατί το λέω αυτό;
Όσο περνούν τα χρόνια, παρατηρώ ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην γραφή της. Δεν ξεφεύγει απ’ τα παραπάνω θετικά γνωρίσματα αλλά χαρακτηρίζεται από μια επανειλημμένη εμφάνιση που κάνει το κάθε πρόσφατο, νέο βιβλίο της να μοιάζει λίγο ή πολύ με κάποιο παλαιότερο και σού δίνει την αίσθηση ότι διαβάζεις κάτι που έχεις ξαναδιαβάσει. Το ίδιο, λοιπόν, συμβαίνει κι εδώ, αν και ξετυλίγεται μια ολότελα νέα ιστορία…
Σύμφωνα με τα γούστα μου, σημασία δεν έχει μονάχα η πλοκή αλλά κι ο τρόπος που αυτή θα παρουσιαστεί, τα λόγια που θα ειπωθούν και λίγο – πολύ στα πρώτα της βιβλία όλα αυτά ήταν πολύ, πολύ περισσότερο πρωτόγνωρα. Πλέον, πάνω – κάτω ξέρεις τι θ’ ακολουθήσει στην ιστορία κι αντιλαμβάνεσαι την έκβαση αυτής. Αυτό δεν μειώνει το βάρος των όσων, πολύ σωστά και μεθοδικά, αναλύει αλλά για εμάς, τους φανατικούς, θυμίζει κάτι από, ίσως, ξαναζεσταμένο φαγητό. Ίσως διότι γνωρίζουμε το τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και δημιουργεί.
Αυτό, βέβαια, τονίζω ξανά πως αποτελεί δική μου προσωπική άποψη μ’ όλο τον σεβασμό τον οποίο τρέφω προς το πρόσωπό της!
Στα θετικά του, λοιπόν, μιας και μιλάμε για την “βουτιά”, θα περιλάμβανα το στοιχείο της περιπέτειας (τ’ οποίο, βέβαια, έχουν κι άλλα της βιβλία), το παιχνίδι με την βαλίτσα και το ταξίδι πίσω στον χρόνο από μια οπτική λίγο πιο διαφορετική απ’ ό,τι δινόταν σε προηγούμενους τίτλους. Τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων και σ’ αυτό το βιβλίο είναι αρκετά και καταλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού η κα. Ρώσση ξέρει να ψυχογραφεί περίτεχνα τους ήρωες της, ενώ και οι ομορφιές της Ελλάδας έχουν την δική τους τιμητική, για μια ακόμα φορά, θέση στις γλαφυρές περιγραφές της.
Εσείς; Θα βουτήξετε;
