Το μήνυμα και η σημασία της Επανάστασης του 1821, της παλιγγενεσίας, είναι σπουδαίο. Θα πρέπει να το προσεγγίσουμε σφαιρικά. Ο αγώνας για τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, θα κρινόταν σε δύο επίπεδα. Στο στρατιωτικό και το διπλωματικό. Από κοινού, τα πολεμικά με τα διπλωματικά γεγονότα της Επανάστασης, καθόρισαν την τύχη της. Το κλίμα κατά την έναρξη ήταν, εντελώς, αρνητικό. Δεν θα μπορούσε η Ιερή Συμμαχία, η οποία στρεφόταν κατά των επαναστάσεων να αποδεχτεί έναν αγώνα που θα αποτελούσε την αρχή μιας σειράς αλυσιδωτών εκρήξεων στο χώρο της Ευρώπης. Κάθε χώρα της Ιεράς Συμμαχίας επιθυμούσε τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η καθεμιά για δικούς της λόγους. Η Αυστρία καταδυνάστευε ξένους λαούς, έχοντας στην κατοχή της την Ουγγαρία μαζί με ιταλικά και σλαβικά εδάφη.
Ο Μέτερνιχ ανησυχούσε για την εκμετάλλευση της ελληνικής εξέγερσης από τους Ρώσους, αφού οι τελευταίοι είχαν συμφέροντα στη βαλκανική και στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου. Οι Ρώσοι, παρά την προαιώνια αντιπαράθεση με την Τουρκία, δεν θα υποστήριζαν ανεξάρτητο ελληνικό κράτος διότι δεν ήθελαν να προκαλέσουν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατά συνέπεια, οι Άγγλοι και οι Γάλλοι να προωθηθούν στα νότια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Για την Αγγλία, η παρουσία του Σουλτάνου ήταν εγγύηση ότι τα στενά θα έμεναν κλειστά για τους Ρώσους. Ο Άγγλος ιστορικός Κρόουλι έγραφε πως: ” Οι Άγγλοι υπήρξαν για τρεις γενιές φιλότουρκοι μόνον και μόνον γιατί μισούσαν τους Ρώσους”. Για εκείνους, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια, οικονομικώς, εκμεταλλεύσιμη χώρα. Ενώ, μια ελεύθερη Ελλάδα θα ήταν μια ναυτική δύναμη που θα απειλούσε τα συμφέροντά τους.
Η αλλαγή προήλθε από τον αγώνα των Ελλήνων. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια, 1821-1822, οι Τούρκοι απέτυχαν να την καταστείλουν στα Βρυσάκια (1821) και την καταστροφή του Δράμαλη (1822) και οι εξελίξεις έφεραν σε προβληματισμό τον Τζορτζ Κάνινγκ. Έκανε την απλή σκέψη. Πώς η υποτιθέμενα κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να υποτάξει μια χούφτα Έλληνες; Θα μπορούσε, επομένως, να εμποδίσει τη Ρωσία; Άρα, ο αγώνας των Ελλήνων έδειξε ότι ο φραγμός δεν ήταν δυνατός και αναζήτησε να προλάβει τις εξελίξεις καθώς, εάν επικρατούσαν, τελικά, οι Έλληνες, δεδομένου ότι ήταν ορθόδοξος λαός, θα ήταν ευεπίφοροι στο να προσηλυτιστούν από την ομόδοξη Ρωσία.
Η υποστήριξη του ελληνικού αγώνα από τους Άγγλους, συμπαρασύρει στο ίδιο στρατόπεδο τη Ρωσία και τη Γαλλία. Οι μεγάλες δυνάμεις, πετώντας εκτός την Αυστρία, ψάχνουν τον τρόπο για να πάρουν περισσότερα οφέλη. Στο εξής, οι συνθήκες γίνονταν στην Πετρόυπολη και το Λονδίνο που καθόρισαν την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους.
Ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, μαζί με τη Γαλλική Επανάσταση έδωσαν το έναυσμα για το ελληνικό κίνημα. Όπως το ανέφερε ο Κολοκοτρώνης: ” Η Γαλλική Επανάσταση και ο Ναπολέων έκανε και άνοιξαν τα μάτια του κόσμου”. Η Επανάσταση ξεσπά έξι χρόνια μετά την πτώση του Ναπολέοντος όταν έχει επιβληθεί το καθεστώς της τάξεως και της ευνομίας από την Ιερά Συμμαχία που καταπνίγει κάθε επαναστατικό κίνημα οπουδήποτε κι αν συνέβαινε. Ο ελληνικός κόσμος και ο ελληνισμός είχε ακτίνα στη Μικρά Ασία, στη Βαλκανική και τη Μεσόγειο, περιοχές που συνέδραμαν καθοριστικά.
Η δυσκολία ανάλυσης ενός τόσο σημαντικού γεγονότος είναι πολύπλευρη γιατί οι συνέπειες υπερβαίνουν κατά πολύ αυτό που ο Αριστοτέλης εννοούσε ως συμβεβηκός και ενδεχόμενο. Στις αρχές του 19ου αιώνα επικρατούσε σύγχυση ιδεών. Η Γαλλική Επανάσταση είχε γκρεμίσει τα είδωλα. Η βαθιά επεξεργασία των συναισθημάτων της, δηλαδή η πνευματική αναγέννηση των ανθρωπιστικών σπουδών του 16ου αιώνα, υπερτονίζει τη σημασία των ιδανικών χωρίς να αναζητά τις επιπτώσεις και τα σκοτεινά σημεία. Τα ιδανικά, στερημένα από πραγματισμό, καταλήγουν σε αλλόκοτα μυθεύματα που ξεσηκώνουν και καθοδηγούν, πρόσκαιρα, τις μάζες. Έτσι, η Γαλλική Επανάσταση, οδήγησε στην τελική επικράτηση της ελευθερίας ως πολιτικής αλλά και οικονομικής, θεσμοθετημένης, πράξης. Όμως, γέννησε και το μύθο της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η πτώση του Ναπολέοντος έδειξε ότι δεν υπάρχουν ακλόνητα καθεστώτα. Όσο περισσότερο καταπιεστικά τόσο περισσότερο εύθραυστα.
Ουδέποτε χάθηκε η επαφή με τον αρχαίο κόσμο. Όλα τα πλοία του αγώνα είχαν καταβολές από τότε, ή από την εποχή της Άλωσης. Πριν από τον Άλωση, στην παράδοση του λαού υπήρχε μοιρολατρική τάση, παθητική. Σαν να ήταν βέβαιη η υποταγή. Μετά την Άλωση, μέσα από τους θρύλους, όπως ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, αρχίζει να χτίζεται ο συμβολισμός για την επαναφορά και την επανάκτηση. Η Επανάσταση του 1821 ξεκινάει με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και καταλήγει με το Δημήτριο Υψηλάντη στη μάχη της Πέτρας.
Η 1/1/1822 είναι η γενέθλιος ημέρα ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Ψηφίζεται Σύνταγμα το οποίο είναι από τα δημοκρατικότερα στον κόσμο. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι στην ελληνική επικράτεια απαγορεύεται η αγορά και η πώληση ανθρώπων. Όταν η δουλοπαροικία και η δουλεία ήταν εν ισχύ σε Ρωσία και Αμερική. Επίσης, απαγορεύτηκαν τα βασανιστήρια και η δήμευση περιουσίας. Το τρίτο Σύνταγμα της Επιδαύρου ήταν το ιδανικότερο της εποχής του.
Όλα τα απομνημονεύματα των αγωνιστών, τουλάχιστον 20 στο σύνολο, ανθρώπων οι οποίοι ήταν αγράμματοι, διαπνέονται από μία εθνική πνοή. Τα δημοτικά τραγούδια που δημιουργήθηκαν την ίδια περίοδο είναι ολοκληρωμένα. Ο Λεωνίδας ενώνεται με τον Κολοκοτρώνη. Του Λεωνίδα το σπαθί… Κολοκοτρώνης το φορεί. Ο Νικηταράς βλέπει τους Τούρκους όπως τους Πέρσες. Η γλώσσα είναι ο ομφάλιος λώρος που μας ενώνει με το παρελθόν. Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν, σβήνεις και ένα κομμάτι από το μέλλον. Και είναι πια η ζωή πικρή σε ένα άδειο σπίτι, όπως σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης στην εισαγωγή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου.
Με την Επανάσταση του 1821 αρχίζει να υποχωρεί η προσφώνηση Ρωμιός και δίνει τη θέση της σε εκείνη του Έλληνα. Ο Μακρυγιάννης πριν την επανάσταση μιλάει για Ρωμαίους. Κατά τη διάρκειά της, αναμειγνύει στις αναφορές του, Ρωμαίους και Έλληνες και όταν φτάνουμε στα απελευθερωτικά γεγονότα μιλάει για Ελλάδα, Έλληνες και Ελληνίδες. Η επανάσταση ήταν, πρωτίστως, εθνική και ακολούθως κοινωνική. Ο κατώτερος κλήρος ήταν υπέρ της ελευθερίας του έθνους ενώ ο μεγάλος κλήρος τάχθηκε με την εξουσία. Η εκκλησία ήταν πρωτοβάθμιο πεδίο φοίτησης. Μάθαιναν γραφή, ανάγνωση και αριθμητική. Μαζί με τα εκκλησιαστικά βιβλία και τους ψαλμούς. Δεν μπορούμε να μιλούμε για ενιαία τουρκοκρατία στο χώρο και στο χρόνο. Υπήρχε διαφορετική, περισσότερο καταπιεστική μεταχείριση των υποδούλων κατά τους πρώτους αιώνες και διαφορετική στο δεύτερο ήμισυ της σκλαβιάς με την επικράτηση μετριοπαθέστερων απόψεων. Έτσι, δεν είχαμε ομοιόμορφη εφαρμογή των θεμελιωδών αποφάσεων περί θρησκείας και παιδείας των ορθοδόξων Ελλήνων. Οι αποφάσεις αφορούσαν τις εκάστοτε επαρχίες και τοπικές διοικήσεις. Κατά τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση, χάθηκαν και τα ελληνικά σχολεία αλλά και η ακαδημία επιστημών. Ούτε διδάσκαλοι ούτε ελληνική γλώσσα…
