ΑφιέρωμαΕπέτειοςΜουσικήΤέχνες

«Eμένα και ο θάνατος Μου φαίνεται γιορτή…»

Δημήτρης Μητροπάνος

Σήμερα, Κυριακή 17/4/2016 συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από το θάνατο του Δημήτρη Μητροπάνου. 

(Ο δρόμος για τα Κύθηρα, 1973)

Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1948 στην Αγία Μονή, μια συνοικία στα Τρίκαλα, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. Στα 16 έμαθε ότι ο κομμουνιστής ΕΑΜίτης και αντάρτης του ΔΣΕ πατέρας του, που όλοι τον θεωρούσαν χαμένο στον Εμφύλιο, ζούσε ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία – τον συνάντησε για πρώτη φορά το 1977 σε ηλικία 29 ετών, κάποιοι λένε με μυθιστορηματικό τρόπο, ανεβαίνοντας σε ένα λεωφορείο με φιλάθλους του Ολυμπιακού που πήγαινε για αγώνα με τη Δυναμό στο Ζάγκρεμπ.

(Κυρά Ζωή, 1974) 

Ο Δημήτρης Μητροπάνος βγήκε από μικρός στη βιοπάλη, για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Δούλευε τα καλοκαίρια, αρχικά ως σερβιτόρος στην ταβέρνα του θείου του και έπειτα στις κορδέλες κοπής ξύλων. Το 1964, μετά την τρίτη γυμνασίου, μετακόμισε στην Αθήνα, σπίτι του θείου του στην Αχαρνών και πριν ακόμα τελειώσει το σχολείο ξεκίνησε να εργάζεται ως τραγουδιστής.

Πολιτικοποιημένος από έφηβος, οργανώθηκε στη Νεολαία των Λαμπράκηδων. Μάλιστα, δεχόταν απειλές ότι δεν θα τον άφηναν να σπουδάσει λόγω των αριστερών του καταβολών.

(Σκόρπια φύλλα, 1975)

Την ίδια περίοδο γνώρισε τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, όταν βρέθηκε στο νυχτερινό κέντρο που τραγουδούσε, σε μια εκδήλωση της εταιρείας του θείου του. Μετά το τέλος του προγράμματος η παρέα του θείου του έβαλαν τον Δημήτρη Μητροπάνο να τραγουδήσει. Όταν τον άκουσε ο Μπιθικώτσης του είπε πως πρέπει να γίνει τραγουδιστής και μετά από παρότρυνσή του επισκέφθηκε την “Κολούμπια”.
Εκεί του σύστησαν τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον οποίο μνημόνευε ως μεγάλο του δάσκαλο και δεύτερο πατέρα. Ο Ζαμπέτας τον πήρε μαζί του στα “Ξημερώματα” όπου τότε εμφανιζόταν. Ο Μητροπάνος ήταν μόλις 16 ετών. Το βράδυ τραγουδούσε και το πρωί πήγαινε στο σχολείο. 

(Λαϊκά ’76, 1976)

“Ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα” είχε δηλώσει ο Μητροπάνος. 

(Λαϊκά ’76, 1976)

Το 1966 ο Μητροπάνος συναντήθηκε, τυχαία, για πρώτη φόρα με τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμήνευσε, αντικαθιστώντας άλλον καλλιτέχνη που έπρεπε να απουσιάσει λόγω ασθένειας, μέρη από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί» σε μια σειρά συναυλιών.

(Παράπονο, 1978)

Η σχέση του Μητροπάνου με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, είναι καλύτερα να την ακούσουμε πώς την αφηγείται ο Λευτέρης Παπαδόπουλος (συνέντευξη στο Γιώργο Λιάνη για το real.gr

(Τα πικροσάββατα, 1984)

 «Όταν ο Μίκης πήρε το Βραβείο Λένιν, αρχές της δεκαετίας του 1980, βρεθήκαμε στη Μόσχα μαζί. Τότε έκανε την ξαφνιαστική και πολύκροτη δήλωση, ότι σταματάει το τραγούδι! Είπε πως αισθάνεται σαν ένα θωρηκτό μέσα στη λίμνη των Ιωαννίνων… Πιάσαμε την κουβέντα και του είπα αυτά που έπρεπε να του πω. Ότι είσαι ο Έλληνας που φωνάζει πάντα “παρών”. Κι ότι η Ελλάδα για σένα ζει. Τον μετέπεισα. Είπαμε να κάνουμε τον πρώτο μας δίσκο, μόλις γυρίσουμε στην πατρίδα.

(Εμείς οι δυο, 1989)

Πράγματι, θυμάμαι ότι του έδωσα τα τραγούδια μου και ο Θεοδωράκης που ξύπναγε στις 6 το πρωί, τα άκουγε και στη συνέχεια τα δούλευε. Κι εγώ την άλλη μέρα το πρωί στις 9, όταν ξυπνούσα, του παρέδιδα άλλα τραγούδια. Ο Μίκης πήρε την απόφαση να τα πει ο Μητροπάνος και ονόμασε τον δίσκο “Πικροσάββατα”. Έπαιζαν ο Παπαδόπουλος και ο Καρνέζης μπουζούκι και οι πρόβες γίνονταν στην οδό Σκαραμαγκά, στην Πλατεία Βικτωρίας.

( 20 μεγάλες επιτυχίες, 1990)

Όμως πέσαμε σε μια πολύ άτυχη στιγμή του Μητροπάνου, εκείνη την εποχή. Ήταν συνεχώς βραχνιασμένος και δεν μπορούσε να τραγουδήσει όπως μπορούσε. Τα είπε καλά τα τραγούδια, αλλά αν δεν ήταν βραχνιασμένος θα τα ξέσκιζε! Ο Σμυρναίος, ο ηχολήπτης, έκανε κάτι θαύματα και έτσι καταφέραμε να βγει ο δίσκος. Η φωνή του Μητροπάνου στο δίσκο αυτό, δεν είναι η φωνή που ξέρουμε. 

(Πάρε αποφάσεις, 1991)

 Ο Μητροπάνος, όσο περνούσε ο καιρός και ιδίως τα χρόνια πριν από το τέλος της ζωής του, έγινε εξαιρετικός. Βοήθησε σ’ αυτό το λαϊκό του ήθος και η μεγάλη του αξιοπρέπεια. Ήθος και παληκαριά. Στα χρόνια της Δικτατορίας ή λίγο πριν, ο Μητροπάνος μαζί με έναν επιστήθιο φίλο του, φυλάγανε σκοπιά στο σπίτι του Μίκη, για να μην τον βρει κανένα απρόοπτο… Θυσία γινόταν για τον “ψηλό”.

(Η εθνική μας μοναξιά, 1992)

 Το 1967, ο Μητροπάνος ηχογράφησε τον πρώτο του 45άρη δίσκο, με το τραγούδι “Θεσσαλονίκη”. Είχε προηγηθεί η ηχογράφηση του τραγουδιού “Χαμένη Πασχαλιά”, το οποίο όμως λογοκρίθηκε από τη Χούντα και δεν κυκλοφόρησε ποτέ.

(Η εθνική μας μοναξιά, 1992)

Σημαντικός σταθμός στην καριέρα του ήταν το έτος 1972 όταν, ο συνθέτης Δήμος Μούτσης και ο ποιητής-στιχουργός Μάνος Ελευθερίου κυκλοφορούν τον «Άγιο Φεβρουάριο», με ερμηνευτές τον Μητροπάνο και την Πετρή Σαλπέα.

Tον Ιούλιο του 1999, ο Μητροπάνος και ο Μούτσης ξαναβρέθηκαν επί σκηνής στο Ηρώδειο με την Δήμητρα Γαλάνη και την σοπράνο Τζούλια Σουγλάκου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Οι συναυλίες αυτές ηχογραφήθηκαν και κυκλοφόρησαν σε διπλό CD δύο μήνες αργότερα. Ακολούθησαν, «Ο Δρόμος για τα Κύθηρα» του Γιώργου Κατσαρού και «Τα συναξάρια» του Γιώργου Χατζηνάσιου. 

(Η εθνική μας μοναξιά, 1992)

Στη μακρόχρονη πορεία του, ο Δημήτρης Μητροπάνος συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς του λαϊκού αλλά και του έντεχνου τραγουδιού. Γιώργος Ζαμπέτας, Μίκης Θεοδωράκης, Δήμος Μούτσης, Απόστολος Καλδάρας, Λάκης Παπαδόπουλος, Μάριος Τόκας, Σπύρος Παπαβασιλείου, Τάκης Μουσαφίρης, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιάννης Σπανός ήταν οι συνθέτες με τους οποίους συνδέθηκε επαγγελματικά, χτίζοντας μια καριέρα συνυφασμένη με την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1980. 

Η συμμετοχή του σε δίσκους των Λάκη Παπαδόπουλου (με το τραγούδι “Για να σ’ εκδικηθώ”) και Νίκου Πορτοκάλογλου (“Κλείνω κι έρχομαι”) ανέδειξαν την ευρεία γκάμα της ερμηνείας του και προανήγγειλαν μια στροφή στον τρόπο ερμηνείας του, που θα οδηγήσει σε μια σειρά από δίσκους που άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό την έννοια του καλού σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού. Οι συνεργασίες με τον Μάριο Τόκα και το Φίλιππο Γράψα (“Η εθνική μας μοναξιά” το 1992 και “Παρέα με έναν ήλιο” το 1994) συνδυάζουν τη λαϊκή υφή και συναίσθημα με τη πιο βαθιά έννοια στίχων και τη χρησιμοποίηση λέξεων πιο επιτηδευμένων. 

(Παρέα μ’έναν Ήλιο, 1994)

 Η πολύ σημαντική συνεργασία με τον Θάνο Μικρούτσικο τον δίσκο «Στου Αιώνα την Παράγκα», σε στίχους Άλκη Αλκαίου, Κώστα Λαχά, Λίνας Νικολακοπούλου και Γιώργου Κακουλίδη, αποτέλεσε τη στροφή του ερμηνευτή σε ακόμη πιο “έντεχνες” διαδρομές, διατηρώντας όμως πάντα την ταυτότητα του λαϊκού.

Ο Μητροπάνος συνέχισε στα ίδια μονοπάτια, με τραγούδια των Μικρούτσικου, Κορακάκη, Μουκίδη, Παπαδημητρίου κ.α. στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000. 

(Δημήτρης Μητροπάνος-Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του, 1995)

 Τελευταίες δισκογραφικές δουλειές του Δημήτρη Μητροπάνου, ήταν η ζωντανή ηχογράφηση της συναυλίας του στο Ηρώδειο, τον Σεπτέμβριο του 2009, αποτελούμενη από 2 CD με τον τίτλο “Τα τραγούδια της ζωής μου”, και ο δίσκος “Εδώ Είμαστε” με τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη σε στίχους του ίδιου, της Λίνας Νικολακοπούλου, του Μάνου Ελευθερίου, του Λάκη Λαζόπουλου και ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά. 

(16 Χασάπικα, 1996)

Τον Ιούνιο του 2012 κυκλοφόρησε το άλμπουμ-αφιέρωμα στο συνθέτη Μάριο Τόκα με τίτλο “Ήλιος Κόκκινος”. Σε αυτό συμμετείχε και ο Δημήτρης Μητροπάνος με τρία τραγούδια (“Της μοναξιάς οι σκλάβοι”, “Γράψε μου κάτι”, “Υπάρχουν κάτι μελωδίες”). Ήταν τα τελευταία που ηχογράφησε ο Δημήτρης Μητροπάνος και μάλιστα λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του.

(Λαϊκές Στιγμές, 1996)

Στις 17 Απριλίου του 2012 ο Δημήτρης Μητροπάνος, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Υγεία με οξύ διαρροϊκό σύνδρομο και εμετούς.  Στη συνέχεια παρουσίασε αιφνιδίως δύσπνοια. Μετεφέρθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου αντιμετωπίστηκε για οξύ πνευμονικό οίδημα από το οποίο και κατέληξε στις 11 το πρωί.

(Του έρωτα και της φυγής,1997)

“Να με θυμούνται σαν ένα κανονικό άνθρωπο” είχε πει ο Δημήτρης Μητροπάνος στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο περιοδικό DOWN TOWN και τη δημοσιογράφο Κάλλια Καστάνη, τον Ιανουάριο του 2012, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του. Συνεχίζει λέγοντας ότι το τραγούδι, δεν του το ΄μαθε κανένας. Το ΄μαθε μόνος του από τις καντάδες, στις γειτονιές. Κι από ένα ραδιόφωνο που έπαιζε Τσιτσάνη, Μάρκο και Καζαντζίδη. «Δεν έμαθα ποτέ μουσική, δεν ξέρω μουσική. Δεν ξέρω που γράφεται το ντο, δεν ξέρω κανένα όργανο, δεν ξέρω τίποτα. Μια φορά αποφάσισα να μάθω λίγη κιθάρα, και πήγα στον Γεράσιμο τον Μηλιαρέση, έναν από τους καλύτερους κιθαρίστες. Αυτός όμως το ΄δε να με κάνει Σεγκόβια ! «Είναι κρίμα», μου’ λεγε «έχεις καταπληκτικά χέρια, έχεις ταλέντο». Τον χαιρέτησα κι έφυγα. Δεν το ‘χα σκοπό να μάθω, ούτε διάθεση – είχα το σχολείο μου, είχα τόσα πράγματα δεν ήθελα να βάλω κι άλλο μπελά στο κεφάλι μου. Βέβαια, τόσα χρόνια που δουλεύω, με τόσους κιθαρίστες, κάτι θα μπορούσα να ΄χω πιάσει. Ε, τεμπελάκος ήμουνα, τ’ άφησα και πέρασε έτσι το πράγμα….».

(Του έρωτα και της φυγής,1997)

 «Δεν ήθελα να γίνω τραγουδιστής – αρχιτέκτονας, αυτό ήταν το όνειρό μου. Από ανάγκη, ξεκίνησα το τραγούδι. ΄Επρεπε να κάνω μια δουλειά για να βοηθήσω την οικογένεια. Να σπουδάσω, έτσι κι αλλιώς μου ήταν απαγορευμένο. Εννιά δέκα χρονών, με φώναξαν στην Ασφάλεια και μου ‘παν «Κοίτα, βρες καμιά τέχνη γιατί για να σπουδάσεις, ξέχασέ το. Ο πατέρας σου ήταν κομμουνιστής, ο θείος σου κομμουνιστής, χαρτί Κοινωνικών Φρονημάτων, δεν θα πάρεις…». Δεν έκλαψα, ούτε θύμωσα. Σκέφτηκα μόνο «εντάξει, θα κάνω ό,τι κάνω, αλλά σ’ αυτό που θα κάνω θα πετύχω για να σας δείξω…». Μετά, κάθε μέρα, πήγαινα, έπαιρνα την Αυγή, την έβαζα παραμάσχαλα, και πέρναγα καμαρωτός έξω από την Ασφάλεια. Σαν να τους έλεγα «αν σας βαστάει, κλείστε με φυλακή ρε!». 

(Του έρωτα και της φυγής,1997)

 “Πέρασαν χρόνια μέχρι να ερωτευτώ το τραγούδι. Πολλά χρόνια. Εντάξει, από μικρός που ΄μουνα μου ‘λεγαν «τραγουδάς καλά». Μου άρεσε το τραγούδι αλλά για επάγγελμα δεν το ‘θελα. Πότε αποφάσισα πως αυτή θα είναι η δουλειά μου ; Ουου, χρόνια μετά τον πρώτο δίσκο μου – μην σου πω και δέκα χρόνια! ΄Ημουνα όμως και τυχερός στη δισκογραφία μου. Σκέψου, πρώτος δίσκος με τον Ζαμπέτα. Δουλέψαμε τρία χρόνια μαζί, τρία πολύ σημαντικά χρόνια. Ο Ζαμπέτας μου στάθηκε σαν πατέρας. Εκείνος με δίδαξε – πέρα από το τραγούδι- και τη συμπεριφορά απέναντι στο τραγούδι : πώς να αντιμετωπίζω τους συναδέλφους μου, το πάλκο, τα πάντα – πράγματα ουσίας για ένα παιδί δεκαοκτώ χρονών. Σκέψου, όταν πρωτοπήγα να δουλέψω, στα «Ξημερώματα» πήγαινα σχολείο ακόμα. Κάθε βράδυ στις 11.30 μου ‘λεγε «μικρέ τράβα φύγε, κοιμήσου, για να πας το πρωί στο σχολείο». Αν καυγαδίσαμε ποτέ ; Όχι. Το μόνο που μου ‘λεγε ήταν «Πες μου τώρα με τα πολιτικά τι γίνεται – αλλά όχι κουμμουνιστικά ε ; Κανονικά!».

(Του έρωτα και της φυγής,1997)

Αν ο Ζαμπέτας ήταν «ο πατέρας», ο Καζαντζίδης ήταν το είδωλό του. Λέει πως πήγε ένα βράδυ να τον δει στην «Τριάνα» του Χειλά, κι έκατσε όλη νύχτα να τον ακούει. Όρθιος. Για να βλέπει καλά. «΄Ετυχε να τον γνωρίσω κιόλας. Ενας φίλος του θείου μου, ήταν φίλος του και συναντηθήκαμε στο σπίτι του, στην Κνωσσού, που έμενε με τη Μαρινέλλα. Αν του τραγούδησα ; Τι να τραγουδήσω! Για να μου δώσει θάρρος ξεκίνησε να τραγουδάει αυτός – χαζός ήμουνα εγώ να τραγουδήσω μετά; Καθόμουνα και τον άκουγα!».

(Του έρωτα και της φυγής,1997)

«Χειμώνας του ’71. Φαντάρος ήμουνα τότε, στην Αλεξανδρούπολη. Για να μπω στο στούντιο, ζήτησα και πήρα μια τετραήμερη άδεια. Σκέψου πως από τον Άγιο Φεβρουάριο εγώ δεν άκουσα τίποτα. ΄Ηρθα, τραγούδησα, έφυγα και γύρισα άρον άρον στο στρατόπεδα. Κι έτσι βγήκε αυτός ο δίσκος του Μούτση που εγώ θεωρώ πως – μαζί με το «Στου αιώνα την παράγκα» – είναι ένας από τους μεγαλύτερους σταθμούς στην καριέρα μου….».

(Live στη Σφεντόνα, 2000- Από το δίσκο στου αιώνα την παράγκα) 

«Αγανακτισμένος ναι, εξαπατημένος, όχι. Γιατί, μήπως περίμενα τίποτα καλύτερο από τον Γιωργάκη και την παρέα του ; Μπα! Ακόμα χειρότερα περίμενα! Η μήπως τα προβλήματα δημιουργήθηκαν χθες ; Κατ’αρχήν πρέπει να πιάσει κανείς όλους τους ΄Ελληνες, μα όλους, και να τους ρίξει ένα μπερντάχι γενναίο. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες μας μαράνανε βλέπεις – εγώ θεωρώ πως η μεγάλη καταστροφή από κει ξεκίνησε. Κονομήσανε τα λαμόγια, κονομήσανε οι πολυεθνικές, κονομήσανε οι Αθάνατοι που τους διοικούσε ο φασίστας ο Σάμαρανκ και η Ελλάδα τι κέρδισε ; Το ότι έκανε καλούς Αγώνες ; ΄Εκανε όμως και δέκα εκατομμύρια Ελληνες να πεινάνε. Και κανένας δεν το ΄χει αναφέρει ακόμα και μας μιλάνε για την «χρυσή εποχή» του Σημίτη ; Ποια χρυσή εποχή ; Η εγκληματική εποχή Σημίτη να λες. Και από την άλλη έχεις τον Γιωργάκη, που πήγαινε και κάρφωνε τον Καραμανλή στον Πούτιν για να μην γίνει ποτέ ο αγωγός του φυσικού αερίου και τώρα βγαίνει στις τηλεοράσεις και λέει «δεν με νοιάζει η καρέκλα». Μα γι’αυτή την καρέκλα ζει ! Μας λένε «μαζί τα φάγαμε» – καλά, σοβαρολογούμε τώρα ; Ποια φάγαμε, ποιοι ; Οι μεγαλύτεροι απατεώνες είναι οι ίδιοι οι πολιτικοί. Και δεν ντρέπονται, που βγαίνουν στο δρόμο και τους φτύνει ο κόσμος, μόνο βγαίνουν στις τηλεοράσεις και μιλάνε «Ελάτε να σώσουμε την πατρίδα». Τι λέτε ρε ; Ποια πατρίδα ; Εσείς την τσακίσατε την πατρίδα και τώρα εσείς θέλετε να μας σώσετε ; Φοβάμαι πως θα φτάσουμε σε ένα σημείο που θα δούμε να γίνονται άγρια πράγματα. Πιστεύω πως θα χυθεί αίμα. Και το αίμα, δυστυχώς, δεν παίρνει μόνο αυτούς που πρέπει. Παίρνει κι άλλους…».

(Πες μου τ’αληθινά σου, 2005)

Δηλώνει «πάντα αριστερός και ΚΚΕ». Θρήσκος δεν είναι, ομολογεί όμως πως είδε το «χέρι του Θεού», στη ζωή του. Που ; «Στο θέμα της υγείας μου κατ’αρχήν. ΄Οταν πήγε ο σταφυλόκκοκος στο αίμα και πειράχτηκε το νεφρό μου, όλοι με είχαν για ξεγραμμένο. Χρειάστηκε να πάω στη Γαλλία για να μου πουν πως η μεταμόσχευση ήταν μια υπόθεση ρουτίνας…Είναι όμως κάποιες εξήντα μέρες, στο νοσοκομείο – εκεί στην πρώτη νοσηλεία μου, πριν την επέμβαση – που οποίες δεν υπάρχουν καν στο μυαλό μου. Δεν ήμουν σε κώμα, αλλά δεν γνώριζα, δεν επικοινωνούσα με κανένα, έλεγα περίεργα πράγματα, είχα παραισθήσεις. Είναι σαν να μην τις έζησα ποτέ αυτές τις μέρες – μου τις διηγηθήκανε μετά. Αν συμφιλιώθηκα με την ιδέα του θανάτου ; Δεν ξέρω, δεν κουβέντιασα ποτέ με τον εαυτό μου τέτοια πράγματα, ούτε με απασχόλησαν ποτέ. Ένα γεγονός της ζωής είναι και ο θάνατος. Κάποτε, μοιραία, θα έρθει. Την ανημπόρια δεν θέλω εγώ. Αυτό, φοβάμαι περισσότερο απ’όλα. Αυτό, μόνο».

(Πες μου τ’αληθινά σου, 2005)

«Το να πεις ότι αυτά που συμβαίνουν είναι απαράδεκτα είναι λίγο. Συμβαίνουν τόσα πράγματα. Κάθε μέρα σκοτώνουν τον κόσμο, κάθε μέρα κάνουν πράγματα και δεν ασχολείται κανένας. Τώρα ξαφνικά τους πείραξε ότι ο κομμουνισμός είναι βλαβερός. Αν έτσι νομίζουν τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να τους πούμε να μην αποφασίζουν. Δικαίωμά τους είναι να αποφασίζουν. Όμως, δικαίωμά μας και μας είναι να αντιστεκόμαστε και να αγωνιζόμαστε και να παλεύουμε. Από μια πλευρά θεωρώ μπας και είναι και λίγο καλό να ξυπνήσουμε και λίγο και να δούμε τι γίνεται, πού βαδίζουμε, πού πάμε, γιατί κάπου βολευτήκαμε, κάπου είπαμε εντάξει, είμαστε καλά, νόμιμο το ΚΚΕ, νόμιμο το ένα, νόμιμο το άλλο, όμως παραγίναμε νόμιμοι. Ισως μας ξυπνήσει λίγο και να ξαναμάθουμε να αγωνιζόμαστε. Καλό θα μας κάνει. Οι προοδευτικοί άνθρωποι που αγωνίζονται και που σηκώνουν το κεφάλι θα το σηκώσουν και θα το σηκώσουν και πιο πολύ. Γι’ αυτό σας λέω, ότι κάπου θα ξυπνήσουν συνειδήσεις, θα ξυπνήσουν πράγματα, θα ξυπνήσουν τα μαζικά κινήματα» ( Ριζοσπάστης, 31/12/2005).

( Για την καρδιά ενός αγγέλου, 2007)

Σε άλλη συνέντευξή του (στην Ναταλί Χατζηαντωνίου, Ελευθεροτυπία, 2011), ρωτήθηκε για τους κυβερνώντες. Μπορεί να φανταστεί κανείς το ύφος του και τη χροιά της φωνής του όταν απαντούσε:

  «Λένε «θα δημιουργήσουμε». Ρε σεις, δεν έχουν οι άνθρωποι να φάνε, τι θα δημιουργήσετε; Πήρατε από το μισθωτό και το συνταξιούχο, τους τσακίσατε. Τώρα τι; Θα τους θάψετε και θα πάρετε φόρο θαψίματος; Απ’ την άλλη μεριά είναι πρόκληση οι επιχειρηματίες να χρωστάνε δισεκατομμύρια, να μην ξέρουν τι είναι το ΙΚΑ και όχι μόνο να μην τολμάει κανένας να τους πειράξει, αλλά ούτε να αναφέρεται το όνομά τους. Μετά βγαίνει η κυβέρνηση και σου λέει «εμείς θα σώσουμε την Ελλάδα». Άστε το, ρε παιδιά, αρκετά τη σώσατε».

(Εδώ Είμαστε, 2011)

Για τη συνεργασία του με τον αξέχαστο Δημήτρη Μητροπάνο είχε μιλήσει σε συνέντευξη του στο Love Radio 97.5, ο Στέφανος Κορκολής.

(Στη Διαπασών, 2008)

«Μπήκε στη ζωή µου µέσα από ένα παράθυρο», είπε ο Στέφανος Κορκολής, ο οποίος άκουσε για πρώτη φορά τον Δημήτρη Μητροπάνο όταν ήταν τεσσάρων ετών και πρόσθεσε: «Έπαιζα στο σπίτι µου µία ηµέρα πιάνο και σταµάτησα για να ακούσω ένα τραγούδι που ακουγόταν από το απέναντι σπίτι. Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ που έµεινα να ακούω το ραδιόφωνο. Η φωνή και το τραγούδι ήταν του Δηµήτρη Μητροπάνου, για τον οποίο χρόνια αργότερα θα έγραφα τραγούδια και θα γινόµασταν φίλοι».

(Στη Διαπασών, 2008)

Ακόμη, όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο του τελευταίου του δίσκο με τίτλο « Εδώ Είμαστε»: Ο Δημήτρης Μητροπάνος είχε την επιθυμία για μια ολοκληρωμένη δουλειά με τον Σταμάτη Κραουνάκη έτσι όπως συνέβαινε στο παρελθόν, που συνθέτες και στιχουργοί συνυπήρχαν στη ζωή και την τέχνη και πρότειναν μουσικά έργα που έμελλε να γίνουν διαχρονικά. Ο Σταμάτης Κραουνάκης την ίδια χρονική στιγμή προσέγγισε τον Δημήτρη Μητροπάνο, έχοντας νιώσει τη μεγαλοσύνη και την προσωπικότητα του, δύο χρόνια νωρίτερα, όταν για πρώτη φορά του έγραψε ένα τραγούδι.Οι δύο καλλιτέχνες αντάμωσαν για κουβέντα απροσδιόριστη και απόλυτα ελεύθερη, έτσι όπως παλαιότερα ξεκινούσαν να γράφονται οι μεγάλες μουσικές σελίδες ,οι κύκλοι τραγουδιών που ήταν αποστάγματα ψυχής.Δεν υπήρχαν χρονικοί περιορισμοί και παρεμβάσεις δεν υπήρχαν προδιαγραφές και οδηγίες ,μόνο εκτίμηση και βύθισμα στις νότες και τα λόγια. Και το μουσικό ταξίδι άρχισε να αποκτά φως, κάθε τραγούδι και ένα αποτύπωμα ζωής, μια σκηνή του δρόμου ,μια σκοτεινή σκέψη , και μετά η φωνή του Μητροπάνου στο στούντιο να τους παρασύρει όλους.

(Εδώ Είμαστε, 2011)

Στη παρέα δεν άργησε να προστεθεί ο απόλυτος εκφραστής της γλώσσας του αισθήματος, ο Μάνος Ελευθερίου και η Λίνα Νικολακοπούλου, η πιο ευαίσθητη πένα του σύγχρονου λυρικού λόγου και να προσφέρουν τα δικά τους δώρα.Το τραγούδι του Λάκη Λαζόπουλου έχει το δικό του θεατρικό ιστορικό. Είχε ακουστεί από τον ίδιο τον Λάκη στην παράσταση «Ο Βιοπαλαιστής στη στέγη». Η ερμηνεία του Δημήτρη Μητροπάνου ήταν για όλους μία έκπληξη. Τέλος ο Σταμάτης ήθελε πολύ να μελοποιήσει το ποίημα του Κωστή Παλαμά «Το Ταξίδι»και να το ερμηνεύσει ο Δημήτρης Μητροπάνος.

(Εδώ Είμαστε, 2011)

 Η ακροτελεύτια  ηχογράφηση του, τον Ιανουάριου του 2012, ήταν το τραγούδι “Της μοναξιάς οι σκλάβοι” σε στίχους Κώστα Φασουλά και μουσική του Μάριου Τόκα. Λίγους μήνες αργότερα έφυγε…

Κατά την ταπεινή μας άποψη δύο σταθμοί εκτόξευσαν και άλλαξαν επίπεδο την πορεία του Δημήτρη Μητροπάνου στο ελληνικό τραγούδι. Ο σημαντικότερος σταθμός στην πορεία του Μητροπάνου, είναι ο «Άγιος Φεβρουάριος».

(Άγιος φεβρουάριος, 1972)

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος λέει (στο Γιώργο Λιάνη και τη RealNews), ότι ναι, αυτή ήταν η μεγάλη στιγμή του Μητροπάνου. Εκεί άφησε χνάρι μεγάλο στην ιστορία του τραγουδιού μας, γιατί όχι μόνον ο ίδιος το ερμηνεύει θαυμάσια μαζί με την Πετρή Σαλπέα, αλλά το τραγούδι είναι παιδί δύο μεγαλοφυϊών: του Δήμου Μούτση και του Μάνου Ελευθερίου.

Επιπροσθέτως, η δεύτερη κορυφαία μουσική του συνάντηση λαμβάνει χώρα το φθινόπωρο του 1996 με το Θάνο Μικρούτσικο. Συνήθως, οι συνθέσεις των δημιουργών προσαρμόζονται στη φωνή των ερμηνευτών. Εδώ δεν ισχύει τίποτε τέτοιο, καθώς αυτά τα δύο στοιχεία αλληλοσυμπληρώνονται και δημιουργούν ένα αρμονικότατο σύνολο..Ένα σύνολο που ενισχύεται από τους στίχους του μουσικου ποιητή ‘Αλκη Αλκαίου, του Κώστα Λαχά και της Λίνας Νικολακοπούλου.

(Στου αιώνα την παράγκα, 1996)

“Aυτή η καταπληκτική δουλειά άντεξε στα «σκουπίδια» με τα οποία μας βομβαρδίζουν νυχθημερόν τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί και είμαι πεπεισμένος ότι θα μείνει για πάντα στο πάνθεον των μεγάλων έργων στη μουσική ιστορία της χώρας μας. Άλλωστε, τα 163.000 αντίτυπα που πούλησε μιλάνε από μόνα τους…” Αναφέρει στα εισαγωγικά του δίσκου ο Θάνος Μικρούτσικος.

(Στου αιώνα την παράγκα, 1996)

Ρόζα

Είκοσι χρόνια πριν από την κυκλοφορία του τραγουδιού, το 1976, ο ποιητής Άλκης Αλκαίος είχε στείλει το ποίημά του «Η Ρόζα», στον Θάνο Μικρούτσικο για να το μελοποιήσει. Ο γνωστός συνθέτης έμενε τότε σε διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα. Η έμπνευση δεν άργησε να του έρθει, αλλά η ώρα ήταν περασμένη και ακατάλληλη για ηχογράφηση. Για να μην ενοχλήσει τους γείτονες, πάτησε τη σουρντίνα του πιάνου (εξάρτημα που προσαρμόζεται στα έγχορδα όργανα για να «πνίγει» τον ήχο) και ξεκίνησε να ηχογραφεί το τραγούδι. Το αποτέλεσμα της ηχογράφησης δεν ήταν ότι καλύτερο. Έτσι η Ρόζα, κατά το «δειγματισμό» τραγουδιών από τον Μικρούτσικο σε διάφορους καλλιτέχνες, περνούσε μονίμως στα αζήτητα. Μεταξύ άλλων, ο Μικρούτσικος είχε παίξει τη Ρόζα και στη Χαρούλα Αλεξίου, αλλά λόγω της κακής ποιότητας του ήχου, η ερμηνεύτρια το προσπέρασε και δεν ήθελε να το ερμηνεύσει. Τα χρόνια περνούσαν και η Ρόζα έμενε ξεχασμένη σε ένα συρτάρι…

Είχε μόλις λήξει η υπουργική θητεία του Θάνου Μικρούτσικου στο υπουργείο Πολιτισμού με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και ο γνωστός συνθέτης αναζητούσε ερμηνευτή για τον νέο του δίσκο. Η συνεργασία του με τον Δημήτρη Μητροπάνο αποφασίστηκε κατά τη διάρκεια μιας τιμητικής γιορτής, που είχε οργανώσει η εταιρία για την επιστροφή του Μικρούτσικου. Την εποχή εκείνη στην εταιρία εργαζόταν ο μουσικός παραγωγός Ηλίας Μπενέτος. Ο έμπειρος παραγωγός άκουσε την ξεχασμένη Ρόζα και του κέντρισε το ενδιαφέρον. Ο Μικρούτσικος είχε πειστεί πια ότι η Ρόζα δεν άρεσε και ήταν έτοιμος να πατήσει το fast forward και να την προσπεράσει, όταν ο Μπενέτος του άρπαξε το χέρι και του είπε: αυτό είναι! Ο Μητροπάνος συμφώνησε. Άλλωστε, είχε ανάγκη και μια συμφωνία με τον φίλο του τον Θάνο, μετά από ένα καυγά που είχαν ρίξει για τα πολιτικά. Κάπως έτσι έφτασε στα αυτιά μας μια μεγάλη επιτυχία, που είχε ξεχαστεί για πολλά χρόνια σε ένα συρτάρι. Μάλλον ισχύει για τα τραγούδια αυτό που λένε και για τους ανθρώπους.

Ετικέτες

Related Articles

Δείτε επίσης

Close
Back to top button
Close
Close