ΑφιέρωμαΒιβλίαΤέχνες

Ο μεγάλος αιρετικός

Βασίλης Ραφαηλίδης

Ο Β. Ραφαηλίδης γεννήθηκε το 1934 στα Σέρβια Κοζάνης. Μέχρι το 1946 έζησε στο χωριό της δασκάλας μάνας του, το Βελβενδό της Κοζάνης. Το 1943 ακολουθεί στο βουνό τους αντάρτες γονείς του μαζί με τον αδερφό του. (Αξίζει να αναφερθεί ότι, ενόσω βρίσκονταν στο βουνό, θεωρήθηκε ότι σκοτώθηκε και η γιαγιά του και άλλοι χωριανοί του έκαναν «εικονική» κηδεία! Μετά δε την επιστροφή του, παρουσία του ίδιου έγινε η αντίστροφη διαδικασία εκταφής… Το γεγονός αυτό, όπως μας είπαν πολύ κοντινοί φίλοι του, στιγμάτισε το Β. Ραφαηλίδη σ’ όλη του τη ζωή). Τα γυμνασιακά του χρόνια, που συμπίπτουν μ’ αυτά του Εμφύλιου Πολέμου, τα περνάει στην Καστοριά, όπου εγκαθίσταται η οικογένεια μαζί με το φιλόλογο πατέρα, που υπηρετεί εκεί. Ωστόσο, η Ασφάλεια χαλάει το παιδαγωγικό σχέδιο φυλακίζοντας και εξορίζοντας τον πατέρα του στη διάρκεια του Εμφυλίου.

(Α) “Όλα τα βραβεία σκοπιμότητας δεν θα μπορούσαν να σώσουν τούτο το σοφιστικέ κατασκεύασμα για αφελείς και ημιμαθείς. Διότι: 1) O ταξιτζής (Ρόμπερτ ντε Νίρο) είναι ένας ήρωας προερχόμενος από τη «σιωπηλή πλειοψηφία». Αλλά αυτή μόνο νευρωτικούς μπορεί να βγάλει, που είναι δυνατόν να γίνουν εγκληματίες αλλά ποτέ ήρωες. 2) Ο περίγυρος της νυχτερινής βάρδιας του ταξιτζή δεν είναι απάνθρωπος. Είναι, απλώς, ένας χώρος έρημος λόγω ώρας. 3) Ένας ταξιτζής είναι αναγκαστικά υπηρέτης των επιβατών του. Κι αν αυτό τον ενοχλεί, όπως τον ταξιτζή μας, δεν έχει παρά ν’ αλλάξει επάγγελμα. 4) Ένας ταξιτζής μπορεί να τρελαθεί, όντας το ζωντανό εξάρτημα του αυτοκινήτου του, αλλά σε καμία περίπτωση τούτη η τρέλα δεν θα ‘ναι αποτέλεσμα της βαρβαρότητας ενός περίγυρου, που άλλωστε αποκρύβεται όπως είπαμε. 5) Ένας ταξιτζής είναι έξοχος μάρτυρας, αλλά χρειάζεται μια γερή δόση απάτης για να μετατραπεί σε κεντρικό πάσχοντα ήρωα, που γίνεται βίαιος ακριβώς γιατί πάσχει. 6) Η μοναξιά οδηγεί στην τρέλα, αλλά η μοναξιά του ταξιτζή μας είναι εκείνη του ψυχοπαθούς, και συνεπώς άσχετη με τον συγκεκριμένο κοινωνικό προβληματισμό που διατείνεται πως έχει η ταινία. 7) Ο πονηρός Σκορσέζε, που πολύ απέχει εδώ απ’ το καλό Κακόφημοι δρόμοι που είδαμε πρόσφατα, εξαφανίζει απ’ τους δρόμους της Νέας Υόρκης όλα τα ρεζιλίκια και αφήνει μόνο τις πόρνες. Μόνο και μόνο για να θέσει σε ενέργεια το μηχανισμό του σεξ. 8) Ο ταξιτζής μας σώζει μια πόρνη και με κίνδυνο της ζωής του την επαναφέρει στον «καλό δρόμο». Μπράβο του! Ώρα ήταν να μας δείξει τις ιεραποστολικές του ικανότητες. Γιατί αλλιώς δε θα μπορούσε να υπάρξει σαν ήρωας της σιωπηλής πλειοψηφίας”.

Ο ταξιτζής μας είναι το τέλειο μοντέλο του νευρωτικού μικροαστού, του έτοιμου να ακολουθήσει τον οποιονδήποτε Σωτήρα ή Φύρερ ή Ντούτσε ή Καουντίλιο. Είναι η προσωποποίηση του «καθημερινού φασισμού», που για τους αμαθείς εύκολα μπορεί να συγχυστεί με μια ψευδοεπαναστατικότητα. Αν θέλετε να κάνετε ένα τεστ και να δείτε αν όντως είστε ή δεν είστε φασίζων, δυσαρεστημένος μικροαστός, δείτε αυτό το φιλμ και κοιτάξτε αν σας αρέσει. Και στην προσεχή δικτατορία γίνετε οπαδός του Σωτήρα. («Το Βήμα», 18-11-1976)”

Το 1953 εγκαθίσταται στην Αθήνα, προσπαθώντας να τα βολέψει όπως όπως. Το 1959 εγγράφεται στην ιδιωτική Κινηματογραφική Σχολή Σταυράκου, επιχειρώντας να σπουδάσει κινηματογράφο. Με την αποφοίτησή του δουλεύει σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη, και το 1963 γυρίζει δύο ταινίες μικρού μήκους. Το 1964 και 1965 βρίσκεται στην Αλγερία κοντά στο Μιχάλη Ράπτη (Μισέλ Πάμπλο).

Το 1963 πρωτοεμφανίζεται σαν κινηματογραφικός κριτικός από το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Επαγγελματίας κινηματογραφικός κριτικός γίνεται το 1965, μετά την επιστροφή του από την Αλγερία, στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή», μαζί με το Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Το 1966 μαζί με τον Αλέξη Γρίβα εκδίδουν το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος» που κλείνει με τη χούντα. Το 1968, μετά την αποφυλάκισή του από τις φυλακές της Αίγινας -υπήρξε μέλος του ΠΑΜ και ως εκδότης της εφημερίδας «Ελεύθερη Σκέψη» συνελήφθη και φυλακίστηκε από τη χούντα – εκδίδει, μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στην αρχή και πολλούς άλλους στη συνέχεια, το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» το οποίο διευθύνει μέχρι το 1973.

Από το 1965 μέχρι το 1985, με ενδιάμεσα αναγκαστικά διαλείμματα, διδάσκει στην Επαγγελματική Σχολή Κινηματογράφου (Σταυράκου). Διδάσκει επίσης, σε πολλά κινηματογραφικά σεμινάρια στην «Ωρα», στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στο Ινστιτούτο Γκαίτε, στην «Τέχνη» Θεσσαλονίκης και στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης. Το σεμινάριο στην «Ωρα» εκδίδεται, το 1970, σε βιβλίο με τον τίτλο «12 μαθήματα για τον κινηματογράφο», από τον Ασαντούρ Μπαχαριάν.

Στη συγγραφική του δράση, πέρα από τα «12 Μαθήματα για τον Κινηματογράφο», συγκαταλέγονται και τα: «Λεξικό Ταινιών», «Κινηματογραφικά θέματα», «Μια μέθοδος ανάγνωσης του φιλμ», «Το ομιχλώδες τοπίο της ιστορίας στον Αγγελόπουλο», «Κείμενα για τον Μαρξ», «Πολιτικά Ταξίδια», «Ελληνες και Νεοέλληνες», «Η περιπέτεια του μαρξισμού», «Η δύσκολη ζωή ενός Ελληνα», «Τα μαλλιά του φαλακρού δολοφόνου», «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας», «Οι λαοί της Ευρώπης», «Οι πρόγονοι των Ευρωπαίων», «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους», «Το βλέμμα του ποιητή», «Στοιχειώδης Αισθητική», «Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι», «Οι λαοί της Μ. Ανατολής» κ.ά.

 (Β) «…Η πιο μεγάλη εφεύρεση του καπιταλισμού είναι το κολοσσιαίας σημασίας γεγονός πως παραμέρισε όλα τα άλλα ιδανικά και στη θέση τους έβαλε το χρήμα, όπως γινόταν πάντα στην ιστορία χωρίς να το ομολογούν καθαρά οι πολιτικάντηδες, και οι καθηγητές της ιστορίας που τους βοηθούν αποτελεσματικά. Κύριε, θέλεις να γίνεις πλούσιος; Σκότωσε, ρήμαξε, κλέψε, εξαπάτησε, κι όταν έρθει η ώρα σου εξομολογήσου και άντε στο καλό. Ο Άγιος Πέτρος σε περιμένει στον Παράδεισο.

Ο καπιταλισμός, λοιπόν, έκανε καταμερισμό έργου και στην ηθική. Τοποθέτησε το «κακό» σε τούτο τον κόσμο και το «καλό» στον άλλο, ώστε οι κακοί να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους σε τούτο τον κόσμο και οι καλοί να παίζουν το κομποσκοίνι τους (ίσως και κάτι άλλο) όσο οι κακοί κάνουν «καλές δουλειές». Έτσι γινόταν πάντα στην ιστορία, αλλά ο καπιταλισμός επιτέλους είπε τα πράγματα με τ ’ όνομά τους. Δηλαδή, δεν το βροντοφώναξε τ ’ όνομα. Το είπε από μέσα του για να μην τ ’ ακούσουν οι χαχόλοι και σταματήσουν να σκοτώνονται, για το βασιλιά (κοίτα να δεις πλάκα) και την πατρίδα.

Γι’ αυτό και πρόκοψε τόσο γρήγορα ο καπιταλισμός. Πρόκοψε, που λέτε, γιατί αναγνώρισε πως η ιστορία είναι «κακή» απ’ την ίδια τη φύση. Θέλω να πω, πως αναγνώρισε ότι η ιστορία φτιάχνεται και από τους ηθικούς και από τους ανήθικους, εναλλάξ ή κατά ζεύγος. Θέλω να πω, μ ’ άλλα λόγια, πως η ιστορία δεν δίνει πεντάρα για την ηθική. Μπορεί να κλαψουρίζουν οι άνθρωποι μετά από κάθε μάχη, πάντως ο αγώνας δόθηκε και κερδήθηκε , κι αυτό έχει σημασία. Αν δοθεί χωρίς να κερδηθεί, τότε κλάψτα – και δικαίως. Στον καπιταλισμό μετράει μόνο η αποτελεσματικότητα, και ποτέ η ηθική πρόθεση.

Αυτό, βέβαια, γινόταν πάντα κι αυτό έκαναν και τα προγενέστερα του καπιταλισμού κοινωνικά συστήματα. Όμως, ο καπιταλισμός επιδίωξε την αποτελεσματικότητα παντί τρόπω και γι’ αυτό ακριβώς πρόκοψε και μεγαλούργησε. Σκέψου να κατακτάς την Αμερική, χωρίς, λέει, να σκοτώσεις ούτε έναν Ινδιάνο! Σκέψου να σου επιτίθονται οι φίλοι και γείτονες Τούρκοι για να σε λεηλατήσουν και συ, λέει, να τους λες: Μα, γιατί το κάνατε αυτό παιδιά; Δεν είναι ευγενικό! Μη με υποχρεώσετε να σας σκοτώσω και χάσω τον Παράδεισο στα καλά καθούμενα!

Λοιπόν, ας αφήσουμε την πλάκα κι ας το πούμε καθαρά για να το καταλάβουν και οι… εθνικόφρονες (λες;) Το ήθος μετράει και στον άνθρωπο και στις κοινωνίες. Η ηθική όμως δεν μέτρησε ποτέ και σε τίποτα. Μπορεί κάποιοι να κέρδισαν τον Παράδεισο χάρη στην ηθική, αλλά μη μου ζητάτε περισσότερες πληροφορίες γι αυτούς, γιατί θα δυσκολευτώ να τις διασταυρώσω.

Εδώ που τα λέμε, πάντως, και ο Παράδεισος και η Κόλαση είναι εδώ στη Γη. Ο καπιταλισμός το αντιλήφθηκε πολύ καλά αυτό. Βέβαια, άφησε την ηθική να δουλεύει υπέρ του ουρανίου Παραδείσου, αλλά αυτό το έκανε μόνο και μόνο για να μην αρχίσουν να ψάχνουν όλοι τον Παράδεισο στη Γη, σε μια εποχή που τα αγαθά είναι ακόμα λιγοστά, και συνεπώς ο παράδεισος της ευημερίας δεν μας χωράει όλους.

Πάντως, για πρώτη φορά με τον καπιταλισμό, και χάρη στη σωτήρια ανηθικότητά του (το λέω χωρίς ίχνος ειρωνείας) έγινε αντιληπτό από τον άνθρωπο πως ο Παράδεισος είναι δυνατό να υπάρξει σ ’ αυτή τη Γη. Αφού ήδη υπάρχει για πολύ περισσότερους, απ’ όσους την εποχή της φεουδαρχίας, ή της δουλοκτησίας, σημαίνει πως μπορεί να διευρυνθεί κι άλλο.

Ακριβώς αυτή τη διεύρυνση επιχειρεί ο σοσιαλισμός. Πατώντας σταθερά στη ματοβαμμένη ιστορία του καπιταλισμού. Που αν δεν ήταν βάρβαρος, που αν ήταν υπέρ το δέον ηθικός, ούτε λόγος για σοσιαλισμό. Γιατί το σοσιαλισμό τον προετοιμάζει ο καπιταλισμός. Θέλω να πω πως ο σοσιαλισμός δεν φύτρωσε στα κεφάλια μας έτσι, γιατί κάποιοι από εμάς είμαστε ηθικοί και τίμιοι. Ο ηθικός σοσιαλισμός είναι δυνατός διότι προϋπήρξε ο ανήθικος καπιταλισμός. Στη διαλεκτική σκέψη το καλό και το κακό σχηματίζουν διαλεκτικό δίπολο». 

(Γ)  «Και για να έχει ο καθένας στη διάθεσή του έναν γνώμονα για να μετράει τη ροπή του προς τον ναζισμό, δίνουμε παρακάτω τα κύρια γνωρίσματα του καλού ναζιστή, ακόμα κι αυτού που δεν ξέρει ότι είναι ναζιστής και αυτοχαρακτηρίζεται όπως γουστάρει. Τα παίρνουμε περίπου έτοιμα απ’ το Μάιν Καμπφ.

Ο καλός φασίστας, λοιπόν:

1) Πρέπει να βάζει την πατρίδα του πάνω κι απ’ το θεό.

2) Πρέπει να λατρεύει τους προγόνους και κυρίως να πιστεύει πως μπορεί να τους ξεπεράσει, όντας χάλιας.

3) Πρέπει να έχει όνειρα αυτοκρατορικά για την πατρίδα του, ας πούμε να ονειρεύεται την ανασύσταση της ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ή όποιας άλλης.

4) Πρέπει να μισεί τους αστούς, που του φράσσουν το δρόμο για την «προαγωγή στην ανώτερη τάξη».

5) Πρέπει να μισεί τους κομουνιστές, που υπόσχοντα ισότητα, ενώ στη φύση κυριαρχεί η ανισότητα

6) Πρέπει να εξαφανίζει τους αδύνατους, γιατί το ίδιο κάνει και η φύση.

7) Πρέπει να λατρεύει τη φυσική ρώμη.

8) Πρέπει να είναι έτοιμος να πεθάνει για τον Αρχηγό, προπονούμενος και με έναν λιγότερο ισχυρό και θανατηφόρο Αρχηγό, σαν τον Παπανδρέου ή τον Καραμανλή, ας πούμε.

9) Πρέπει να πιστεύει πως ο Αρχηγός είναι ο μεσσίας, και να θεωρεί τον άλλο μεσσία κάλπικο. Μέχρι που να συνηθίσει να λατρεύει μόνο τον Αρχηγό ως μεσσία, καλό θα είναι να πιστεύει και στον άλλο, για να κρατάει τη φόρμα του.

10) Πρέπει να νιώθει πολύ, μα πολύ άσχημα για την κακή του μοίρα, και να μη την εξαρτά απ’ τη βλακεία του κι απ’ τις κοινωνικές συνθήκες, αλλά από την έλλειψη καλής και ικανής ηγετικής κεφαλής, γνωστής και σα Μεγάλο Κεφάλι.

11) Πρέπει να «πηδάει» όσο γίνεται πιο αραιά, για να μη σπαταλά τις δυνάμεις του, που τις χρειάζεται όλες για τη μάχη, είτε κατά του σατανά είτε κατά του σατανά κομουνιστή.

12) Πρέπει να προτιμάει για σύζυγο ή γκόμενα μια «γυναίκα του λαού», ας πούμε μια εμπορουπάλληλο απ’ το Μόναχο, σαν την Εύα Μπράουν, ένα σκέτο ζώον, που ο Χίτλερ την είχε μόνο για να την «πηδάει» μια φορά το εξάμηνο, γιατί αν έχανε δυνάμεις πώς θα κατέστρεφε την Ευρώπη; Στην ανάγκη καλή είναι για σύζυγος και μια αεροσυνοδός ή όποια άλλη, τέλος πάντων, εκ του λαού προερχόμενη, ώστε να λειτουργεί πολιτικά ο μύθος της Σταχτοπούτας. Σημειώστε πως ο Χίτλερ δεν κάπνιζε, δεν έπινε, δεν έτρωγε κρέας και αγαπούσε πολύ τα ζώα, επειδή δεν αγαπούσε καθόλου τους ανθρώπους. (Ζωόφιλοι, συνεχίστε να αγαπάτε τα ζώα, δεν είναι ζώα όλοι οι ζωόφιλοι).

13) Πρέπει να στραγγαλίζει κάθε άνομη παρόρμηση, όπως ο Χίτλερ το φοβερό εκείνο ερωτικό του πάθος για μια ανιψιά του, κόρη της αδερφής του, που την υποχρέωσε να αυτοκτονήσει, για να μην τον σκανδαλίζει και χάνει δυνάμεις.

Αυτά. Και αν παρόλ’ αυτά δεν τα καταφέρετε να γίνετε ναζιστής τόσο το καλύτερο και για σας και για όλους μας».

Πηγές: Ριζοσπάστης

(Α) Λεξικό Tαινιών του Βασίλη Ραφαηλίδη (εκδόσεις Αιγόκερως, 2003)

(Β)  «Καπιταλισμός. Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» (εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), σ 47 – 49 ( από το κεφάλαιο «Η αναγκαιότητα της ανηθικότητας»).  

(Γ) Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι (εκδόσεις του εικοστού πρώτου)

Ετικέτες

Related Articles

Δείτε επίσης

Close
Back to top button
Close
Close