ΑφιέρωμαΜουσικήΤέχνες

Ο θρίαμβος του τέλους

Με αφορμή την προσπάθεια φίμωσης του εορτασμού της εργατικής πρωτομαγιάς και την επέτειο του θανάτου του Βασίλη Δημητρίου, μετατοπίζουμε τη μαγνητική βελόνα, διότι η τέχνη δεν ξεχνιέται και οι αγώνες συνεχίζονται. Η μυρωδιά της εποχής οφείλει να είναι η ανθρωπίλα. Οι παράφρονες μεταβλητές του πλανήτη ας ξεχυθούν στις πεδιάδες σαν τα γουρούνια. Άλλωστε, χιλιάδες ανυπόφοροι άνθρωποι μας απελπίζουν καθημερινά. Παράλληλα, η αυλαία του σημερινού αφιερώματος θα πέσει με εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» από τις εκδόσεις Ύψιλον. Πρόκειται για την απάντηση του ποιητή, σε μορφή απόκρισης μια μονογραφίας, στον υπερρεαλιστή. Η υπεράσπιση απέναντι στο χλευασμό που δεχόταν ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος από την οπισθοδρομική τάξη της χώρας με μιμήσεις της μορφής φιρφιρίκου.

Προσπαθούμε να γίνουμε εγκάρδιοι, ευσυγκίνητοι, εύρυθμοι και φιλόξενοι. Πάμε εκεί που λεν τραγούδια. Ο Βασίλης Δημητρίου χειρίστηκε με δεξιοτεχνία το αυστηρό μέτρο.Τις χαρούμενες μουσικές με λυπημένους στίχους. Το πιο εύκολο καταφύγιο.

Γεννήθηκε στις 12/4/1945 και έφυγε στις 28/4/2015. Οι μελωδίες του χαρακτηρίστηκαν από δυνατό συναίσθημα, έντονο, σαν το χαστούκι του βοριά. Φερόταν στα πνευστά όπως πρέπει να φέρονται στις γυναίκες. Με ένταση, με θράσος και με φροντίδα, με διάχυτο έρωτα και πόθο.

Είχε μεγάλη σχέση με το θέατρο. Αποτελούσε για εκείνον ένα ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης.Με άλλα λόγια, ήταν η διάθεση μελαγχολικής αναπόλησης. Σπουδάζει μουσική στο Ελληνικό ωδείο, το 1966 σταματάει να εργάζεται, ανεβαίνει στο άρμα του “νέου κύματος” και συναντά στη μπουάτ Κατακόμβη και αργότερα στην Παράγκα την Καίτη Χωματά. Το πραξικόπημα φέρνει και τη λήξη της στρατιωτικής του αναβολής, γεγονός που τον οδηγεί στο στρατό.Το 1968 απολύεται και επιστρέφει στην Πλάκα όπου συνοδεύει μουσικά όλες τις ανερχόμενες φωνές, στις εστίες αντίστασης απέναντι στο καθεστώς.

Θαμώνας και ο Πάνος Γεραμάνης. Παρακολουθεί, με την παρέα του, 42 φορές σε μια περίοδο το πρόγραμμα, συλλαμβάνεται τρεις φορές από ασφαλίτες με πολιτικά και οδηγείται στο πλησιέστερο αστυνομικό κλίμα. Το 1969-70 συναντιέται με την ιέρεια του χορού Ραλλού Μάνου, παρουσιάζει το έργο “Άστραψε η ανατολή”, υπογράφει συμβόλαιο στην Κολούμπια, συνεργάζεται με τη Δήμητρα Γαλάνη και ακολουθεί η ανοδική πορεία.

Συνεργάστηκε με το Μάνο Ελευθερίου, τη Μαρινέλλα, τη Σωτηρία Μπέλλου, το Γιώργο Χριστοδούλου. Διέθετε προσωπικό ύφος. Κατέθεσε ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών. Υπήρχε παραγωγός ραδιοφώνου, τηλεόρασης, συνέθεσε έργα για το μπαλέτο. Σταθμός στην καριέρα του η μουσική επένδυση στην τηλεοπτική εκδοχή του μυθιστορήματος του Κώστα Μουρσελά “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά”. Αγάπησε το θέατρο και είχε αδυναμία στα μαγνάδια των φωνών των ηθοποιών.

Στη χώρα όπου μας δόθηκε να ‘μαστε –χάρη στην άλλη διάσταση– αέαναα παρόντες, ο αδάμας Κο-χι-νορ εξακολουθεί να εξαποστέλλει τις λάμψεις του και οι μακρινές κορυφογραμμές των Άνδεων να κυανωπίζουν μέσα στο γαλακτώδες στερέωμα.

Παρηχητικά μιλώντας, οι δυάδες «Έαρ – Έαρως» και «Άρης – Έρις» εναλλάσουν αμοιβαία τις ιδιότητές τους κι ευφημιστικά, ο έμπειρος Εμπειρίκος παραμένει ο ίδιος άπραγος μεσήλικας με το μαυρόασπρο υπογένειο που καπνίζει Player’s και μιλάει σε άπταιστη καθαρεύουσα.

Είναι Παρασκευή βράδυ απόψε αγαπημένε μου Ανδρέα και όμως δεν πρόκειται, όπως συνήθως, να συναντηθούμε. Το λέω λιγότερο με λύπη και περισσότερο με αμηχανία πίστεψέ με. Από την ημέρα που σε άφησα πίσω από κείνες τις λευκές πέτρες της Κηφισιάς, κυριολεκτικά δεν έχω που ν’ αποταθώ. Επιτέλους να βρίσκεται ή όχι στη ζωή κανείς, όπως λέει και Μπρετόν, είναι μια φανταστική υπόθεση. Να βλέπει όμως το δέρας που κυνηγούσε σαράντα τόσους χρόνους κρεμάμενο σ’ ένα τσιγγέλι να το δέρνουν αέρηδες χωρίς ούτ’ ένα χέρι ν’ απλώνεται κατά κει, μα την αλήθεια δεν υποφέρεται. Κάποιος, φαίνεται, ταχυδακτυλουργός, ικανός να βγάζει ατέλειωτη σειρά σημαίες από το μανίκι του, συνέπεσε να παρεμβληθεί ανάμεσα στά τέσσερα δισεκατομμύρια βονάσους που παν κουτρουβαλώντας όπου λάχει – και στον ιερέα που πασχίζει να διευθετεί μενεξέδες, καράβια και γυμνά κορίτσια, επάνω στο τέμπλο της θάλασσας το ασημένιο.

Ποιός θα το φανταζόταν ποτέ ότι σε μέρες ειρήνης κι ευημερίας η χάρις θα μπορούσε να υποτιμηθεί; Και όμως. Σήμερα εάν δεν έχεις τίποτα να κερδίσεις απ’ αυτό που κάνεις σε κοιτάζουν όλοι με ανοιχτό στόμα. Στα ποιήματα υποκαταστάθηκαν οι εφημερίδες. Κάθε αναλογία ανάμεσα στις συντεταγμένες του χώρου και της τέχνης που τον εκφράζει έπαψε και σαν έννοια στοιχειώδης να υφίσταται. Ως και τα λόγια τα ελληνικά, θα ‘λεγες, πεισμώσαν άξαφνα και αρνούνται να υπακούσουν εάν συμβαίνει να είσαι, όχι μόνον από την άποψη της ιθαγένειας αλλά και κατά φαντασίαν, Έλλην. Ήδη, αυτά που λέω, στην ακοή των τρίτων φτάνουν κινέζικα. Κι εμείς που λέγαμε ότι δεν θα γίνουμε ποτέ στρατιώτες! Οι στολές κάπου, σε κάποιο αόρταο εργαστήριο, ετοιμάζονται. Είναι κομμένες ομοιόμορφα όπως οι ιδέες· κι επί πλέον προσφέρονται δωρεάν· το μόνο δωρεάν που ίσως γνωρίσει από δω κι εμπρός η ανθρωπότητα, κατά τα εννέα δέκατα εθελοντής στα ίδια της τα δεσμά.

Ω αν ήταν δυνατόν ένα βότσαλο, και που γυαλοκοπά καθώς αποτραβιέται από το κύμα, να αποκτήσει συνείδηση πως θα μας καταλάβαινε!

Θυμάμαι ακόμη τις βραδιές που ξημερωνόμασταν με βουνό τ’ αποτσίγαρα μπροστά μας και ζητούσαμε (από τα «τι» και τα «πως» που είχανε τολμήσει για πρώτη φορά στην ιστορία να θέσουνε οι φίλοι σου της Blace Blancheτο 1923) να βρούμε που άραγες θα μπορούσαμε να φτάσουμε –σε χιλιόμετρα ηθικής μετρώντας– μετά από μισόν αιώνα, όταν μισόν αιώνα πριν, ένας ποιητής όπως ο Ρεμπώ στενεύτηκε από την ανάγκη ν’ αυτοεξοντωθεί… Όνειρα νέων, μπορεί. Και μήπως τι άλλο είναι η νεότητα παρά ισχύς φαντασίας, δυνατότητα ονείρου; Στα ρομπότ και στους πυραύλους των αμερικανών «κόμικς» ή στις μπροσούρες και στα επιχορηγούμενα περιοδικά; Ο μισός αιώνας πέρασε και μοιάζουμε κολοβοί όσο ποτέ άλλοτε. Κατά τα φαινόμενα δε γίνεται τίποτα. Η αντίδραση έχει τον τρόπο να επιβάλλεται. Αν χρειαστεί, να είσαι βέβαιος, θα φορέσει και την προσωπίδα του επαναστάτη. Αν καταλάβει πως η πέτρα του σκανδάλου δεν είναι τόσο η κοινωνική αδικία όσο η ηθική θα της αλλάξει όνομα πιθανόν –όμως θα την κρατήσει· επειδή αυτήν την χρειάζεται. Θα πρόκειται πάλι και πάλι και ξανά για την Ηθική, μια κόρη σεμνά ενδεδυμένη, άκρως νευρωτική και μόλις βγαλμένη από κάποιο Κατηχητικό που απλώς του αντικαταστήσανε τους παπάδες.

Η Ποίηση, που από τη φύση της δεν αρκείται ποτέ στη μια όψη των πραγμάτων, έφτασε να ‘ναι στις ημέρες μας η μόνη πραγματικά επικίνδυνη για τους εκάστοτε καρατούντες. Εφ’ ω και οι πιό έξυπνοι απ’ αυτούς τη βάζουν τώρα τελευταία και φωνάζει «ελευθερία», όπως οι κλέφτες για να τρομάξει ο νοικοκύρης –ωσότου ο αφανισμός της συντελεσθεί.

Τριάντα αιώνες και πλέον ο άνθρωπος πασχίζει να βάλει τη μια λέξη κοντά στην άλλη με τέτοιο τρόπο που η σκέψη να εξαναγκάζεται να παίρνει καινούργιες, αδοκίμαστες στροφές. Ιδού που για πρώτη φορά η λειτουργία αυτή σταμάτησε. Είμαστε πανέτοιμοι για τη βλακεία.

Αλλά όταν δεν κάνεις το νάνο ανάμεσα στους νάνους είναι γι’ αυτούς πολύ οδυνηρό ν’ αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν το πραγματικό σου ανάστημα. Πόσο μάλλον όταν μαντεύουν ότι τους φέρνεις μιαν αυγή, που το φως της μήτε να το διανοηθούνε δε θέλουνε. Την ομιλία των σωμάτων οι κοινωνίες φρόντισαν ανέκαθεν, σαν ευσυνείδητες τηλεφωνήτριες, να τη συνδέουν με τη χυδαιότητα. Ο νοσηρός ρασοφόρος και ο νοσηρός ελευθεριαστής δίνουν τα χέρια ώστε όλα εκείνα τα παθητικά κρυφοψιθυρίσματα, όλες εκείνες οι υπέροχες μικρές κραυγές, αντί να ευφράνουν τη συνείδησή μας, να την ταράξουν. Σίγουρα και παρά τη θέληση του Θεού, δεν είμαστε καμωμένοι για να εισπράττουμε προκαταβολές παραδείσου. Παραιτηθείτε μια και καλή από την Ποίηση.

Αρκετά παραστήσατε την θρηνούσα Μαινάδα πάνω στα κορμιά που κείτονται χάμου επειδή σεις, με τα χέρια σας, προηγουμένως, τα στραγγαλίσατε. Και βέβαια αισθάνεται σπουδαίος στο Καρναβάλι όποιος ντύθηκε Διάβολος – αλλά όταν η γιορτή πάρει τέλος; “Χρυσή μου φαντασία” που ‘λεγε κι ο Breton “αν υπάρχει κάτι που αγαπώ σε σένα είναι ότι δεν συγχωρείς ποτέ”. Οι οραματισμοί (του Εμπειρίκου) για μια μέλλουσα ανθρωπότητα, με ουτοπιστική διάθεση, ανώτερη του πλέον ευφάνταστου Φουρριέ… Η ίδρυση Ιμερολυκείων, όπου τα παιδιά θα διδάσκονται την τεχνική των ερωτικών θωπειών και περιπτύξεων, είναι τα πιο πρόχειρα παραδείγματα που μου έρχονται αυτή τη στιγμή στο νου.

Τις νύχτες μια δέσμη διάττοντες αναλογεί στα λόγια που θά ‘θελες – αλλά δεν. Από τους ανέμους, προτιμάς εκείνον που πήρε τα μαλλιά της δεξιά. Ποιανής; Ω υπάρχει πάντοτε μία, η ανείπωτη. Το νυχτικό της μυρίζει λουίζα και το παράθυρο της ανάβει πότε ψηλά, πότε χαμηλά κι η ζωή μοιάζει εύκολη σα να κυκλοφορείς με σάνταλα. Το σπίτι με τις θολωτές αψίδες βουτά στο νερό. Που και πού θα ‘λεγες κάτι στέγες έχουν απομακρυνθεί στο πέλαγος. Τα “Τρία Κλωνάρια” είναι μια τοποθεσία όπου δεν επήγα ποτέ. Αγαπώ την ποίηση και λησμόνησα τι είχα ξεκινήσει να σου πω. Αντίο

Ετικέτες

Related Articles

Δείτε επίσης

Close
Back to top button
Close
Close