ΑφιέρωμαΜουσικήΤέχνες

Οι μεγάλες ερμηνεύτριες του ρεμπέτικου (Μέρος 4ο)

Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου γεννήθηκε στο Πύργο της Ηλείας το 1920. Σε νεαρή ηλικία έχασε τον πατέρα της και μαζί με τη μητέρα της μετακόμισε στην Αθήνα. Αλλά ας αφήσουμε την ίδια να περιγράψει τη ζωή της στη στήλη του αιώνιου και αξέχαστου, δημιουργού των “λαϊκών βάρδων”, Πάνο Γεραμάνη και την εφημερίδα “Τα Νέα”…

«Γεννήθηκα στον Πύργο της Ηλείας και σε ηλικία 2 χρόνων έχασα τον πατέρα μου. Η οικογένειά μου ήρθε στην Αθήνα. Η μητέρα μου, δύο αδέλφια και μία αδελφή μου εγκατασταθήκαμε σ’ ένα σπίτι στα Θυμαράκια, επί της Λιοσίων. Τα χρόνια ήταν δύσκολα. Η μητέρα μου εργαζόταν σαν παραδουλεύτρα όπου έβρισκε, για να μας εξασφαλίσει το καθημερινό φαγητό. Όταν έφτασα τα 8 μου χρόνια και πήγαινα στο Δημοτικό Σχολείο στον Άγιο Μελέτιο, συμμετείχα στην παιδική χορωδία του Αγίου Παύλου. Ψέλναμε τις Κυριακές και τις γιορτές. Εμένα μου άρεσαν πολύ οι ψαλμωδίες, τα τροπάρια και ανέβαινα και στο ψαλτήρι».

Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου μας επισημαίνει, σ’ αυτό το σημείο, ότι πολλοί λαϊκοί τραγουδιστές και τραγουδίστριες της προπολεμικής περιόδου (αλλά και αργότερα) ξεκίνησαν από το ψαλτήρι και το θεωρούσαν το πρώτο τους σχολείο, για τον απλό λόγο ότι υπάρχει άμεση σχέση της βυζαντινής μουσικής με το λαϊκό μας τραγούδι. Μεταξύ των αγοριών της χορωδίας του Αγίου Παύλου ­ θυμάται η Ιωάννα Γεωργακοπούλου ήταν και ο μικρός αδελφός της τραγουδίστριας του ελαφρού ρεπερτορίου Αγγέλας Λυκιαρδοπούλου (κόρης ανώτατου αξιωματικού) που εκείνη την εποχή τραγουδούσε στη Μάντρα του Αττίκ.

Το μεσημέρι μιας φθινοπωρινής Κυριακής, μετά τη λειτουργία στον Άγιο Παύλο, η Ιωάννα (που έχει συμπληρώσει 6ετή θητεία στη χορωδία αυτής της ενορίας) βρέθηκε στο σπίτι της Λυκιαρδοπούλου. Εκείνη με την κιθάρα της έπαιζε τραγούδια της εποχής και η Ιωάννα τραγουδούσε. Όταν τελείωσαν, η Αγγέλα της είπε: «Η ηλικία σου είναι μικρή αλλά η φωνή σου μεγάλη! Δεν κάνει, όμως, για ελαφρά τραγούδια. Θα μπορούσες θαυμάσια να τραγουδήσεις λαϊκά. Εκεί πιστεύω πως θα κάνεις θαύματα». Και από εκείνη τη στιγμή ανοίγει ο δρόμος του λαϊκού τραγουδιού για τη μικρή Ιωάννα των Θυμαρακίων:
«Από τη Λυκιαρδοπούλου πήγα στον συνθέτη και μαέστρο Γιάννη Βέλλα. Έκανα πρόβες κοντά ένα χρόνο. Επειδή ήμουν μικρή, με πηγαινόφερνε από το σπίτι μας στην Ομόνοια (στο σπίτι του Τριανταφυλλίδη) η μητέρα μου, η Ελευθερία, που όλοι τη σέβονταν τότε στον χώρο του τραγουδιού. Με τον Βέλλα μπήκα στο στούντιο και έγραψα τα δύο πρώτα χασάπικα “Σμυρνιά” και “Χριστίνα”».

Ενώ όλα έδειχναν ότι ο δρόμος προς την επιτυχία ανοιγόταν διάπλατα για τη μικρή Ιωάννα, ένα πλαφόν σκίασε τα όνειρα και τις ελπίδες της νεαρής ­ τότε ­ Γεωργακοπούλου. Η φωνή της άρεσε, τα δύο τραγούδια ήταν ωραία, αλλά η εταιρεία Columbia έβαζε όρο, ότι για να κάνει ο τραγουδιστής ή η τραγουδίστρια τις επόμενες ηχογραφήσεις, έπρεπε να πουλήσει πάνω από 1.000 δίσκους. Και εδώ αρχίζει ένας νέος γολγοθάς για την τραγουδίστρια και τη μητέρα της Ελευθερία, η οποία όταν τελείωνε τις δουλειές σε ξένα σπίτια (μπουγάδες, καθάρισμα και πλύσιμο των σκαλιών), παρ’ ό,τι ήταν κατάκοπη, γέμιζε μια τσάντα με πλάκες γραμμοφώνου της κόρης της και πήγαινε πόρτα-πόρτα και μαγαζί-μαγαζί για να τους πουλήσει.

Κατάφερε και ξεπέρασε τα 1.000 κομμάτια. Όμως, μάνα και κόρη, ύστερα από αυτή την επιτυχία των πωλήσεων, μάταια περίμεναν να τους καλέσει η εταιρεία για να συνεχίσει η Ιωάννα τις ηχογραφήσεις. Τότε πληροφορήθηκαν ότι ο Δημήτρης Σέμσης ή Σαλονικιός, αυτός ο μεγάλος μουσικός, εκφράσθηκε με όχι καλά λόγια για τη Γεωργακοπούλου: «Τι να το κάνουμε αυτό το γατί…», είπε. Είχε πάρει αφορμή από το γεγονός ότι στα δύο πρώτα τραγούδια η φωνή της ήταν πρίμα, λόγω της μικρής ηλικίας της.

Το σκηνικό, όμως, άλλαξε ξαφνικά. Η κυρία Ελευθερία ειδοποιήθηκε από την Columbia να πάει με την κόρη της στα γραφεία της εταιρείας, στην οδό Λυκούργου στα Χαυτεία. Έπειτα από μία συζήτηση με τους υπεύθυνους τεχνικούς, άρχισαν πρόβες και στη συνέχεια νέες ηχογραφήσεις:

«Στα τέλη του 1938, ηχογραφώ τα τραγούδια του Τούντα, “Τα τσόκαρά σου φόρεσε”, “Ατσιγγάνα Μανταλένα”, “Τομπουρλίκα” με τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Στέλιο Κηρομύτη και αμέσως μετά ένα τραγούδι που μου έγραψε ο Νίκος Γούναρης “Μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα”. Τώρα, λοιπόν, πατάω σταθερά, γιατί η δεύτερη μεγάλη παρτίδα των τραγουδιών μου γίνονται επιτυχίες και πουλούν χιλιάδες δίσκους».

Οι αποδοχές από τη δισκογραφία ­ προπολεμικά ­είναι κάτι παραπάνω από ικανοποιητικές για την Ιωάννα, η οποία το πρώτο πράγμα που σκέφθηκε ήταν ν’ ανταποδώσει στη μητέρα της Ελευθερία τις θυσίες που έκανε γι’ αυτήν, μέχρι να σταθεροποιηθεί στην τόσο δύσκολη δουλειά της. Ένα μεσημέρι, που είχε πληρωθεί (ποσοστά) από την εταιρεία, γύρισε στο σπίτι και της είπε: «Μάνα, από σήμερα σταματάς το ξενοδούλεμα και τις μπουγάδες».

Η ζωή της οικογένειας αλλάζει, ασφαλώς προς το καλύτερο. Για την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, στα τέλη του 1939, έχει ήδη αρχίσει ν’ ανοίγεται ο μεγάλος δρόμος προς τη δόξα και την επιτυχία. Ενώ οι ηχογραφήσεις πληθαίνουν και οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη, η Ιωάννα κάθεται για πρώτη φορά (και είναι η πρώτη τραγουδίστρια που το τολμά) στο πάλκο του κέντρου «Δάσος» στον Βοτανικό με Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Παγιουμτζή, Καλλέργη και Τουρκάκη.

Ένα χρόνο αργότερα, εμφανίζεται στην «Όαση» στο Περιστέρι, με Μανώλη Χιώτη, Στεφανάκη Σπιτάμπελο, Σπαγαδώρο, Γοζαδίνο.

«”Ο ΤΡΕΛΛΟΣ Τσιγγάνος” ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν αντάρτης του ΕΛΑΣ, που αγωνίστηκε κι αυτός για την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τους Γερμανούς κατακτητές. Δυστυχώς, όμως, πλήρωσε με τη ζωή του. Εκτελέστηκε από τα Ες-Ες. Ήταν ο αληθινός ήρωας του τραγουδιού που έγραψα στα τέλη του 1943». Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου αποκαλύπτει, για πρώτη φορά, την ιστορική λεπτομέρεια του τραγουδιού, που από τότε που γράφτηκε προκάλεσε κόντρες με τον αξέχαστο λαϊκό βάρδο, τον Βασίλη Τσιτσάνη, αντεγκλήσεις και πολλές συζητήσεις. Λέει επίσης:

«Ο Τσιτσάνης τό ‘παιξε με το μπουζούκι του και συμπλήρωσε την εισαγωγή πάνω στη δική μου μελωδία. Αργότερα, ο Μάνος Χατζιδάκις, που έγραψε τη μουσική για τη θρυλική ταινία “Στέλλα” και συνεργάστηκε με τον Τσιτσάνη στο τραγούδι “Αγάπη πού ‘γινες δίκοπο μαχαίρι”, χρησιμοποίησε πάλι τη μελωδία του «Τρελλού Τσιγγάνου».

Ως φυσική δημιουργός του τραγουδιού, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου παίρνει σήμερα τα ποσοστά απ’ αυτές τις μελωδίες και, όπως θυμάται, ο Βασίλης Τσιτσάνης λίγο πριν από το 1970 τής είχε προτείνει να της δώσει έναν δίσκο L.Ρ. με 12 τραγούδια του, με αντάλλαγμα να κρατήσει ο ίδιος την παλιά πλάκα 78 στροφών, με τον «Τρελλό Τσιγγάνο» και το «Φυσάει ο Μπάτης», που ήταν τραγούδια της Ιωάννας. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε και του είπε: «Άκουσε Βασίλη μου, σ’ αγαπώ, σ’ εκτιμώ, σε παραδέχομαι, αλλά, όπως έχεις εσύ την ιστορία σου, έχω κι εγώ τη δική μου. Ο “Τσιγγάνος” και ο “Μπάτης” είναι δικά μου τραγούδια, δικά μου παιδιά, και δεν τα δίνω».

Παρά την κόντρα της με τον Τσιτσάνη, η Γεωργακοπούλου λέει πάντα καλά λόγια και σήμερα υποστηρίζει ότι ο μεγάλος λαϊκός βάρδος αντιστάθηκε και πάλεψε με τη γνήσια μουσική του σε μια δύσκολη εποχή που κυριάρχησαν (ευτυχώς για λίγο) οι αντιγραφές από την ινδική και την αραβική μουσική: «Ο Τσιτσάνης μαζί με τους Χιώτη, Παπαϊωάννου και Μητσάκη κράτησαν το λαϊκό μας τραγούδι γνήσιο ελληνικό, τη στιγμή που άλλοι “συνθέτες” θησαύριζαν, πλασάροντας για λαϊκή μουσική ινδικές και αραβοτουρκικές μελωδίες».

Το 1950 η Ιωάννα Γεωργακοπούλου βρίσκεται στη Νέα Υόρκη να τραγουδά με τον Νίκο Γούναρη στο (Grisian Garden) Αθηναϊκή γωνιά. Όταν ο Νίκος Γούναρης αρρωσταίνει και δεν μπορεί να εργαστεί, η Ιωάννα απαιτεί να βγάζουν το πρωί από τη χαρτούρα μερτικό και για τον Νίκο Γούναρη.

 «ΑΦΙΕΡΩΝΩ με την ψυχή μου την αποψινή βραδιά στους νέους και τις νέες που ήρθαν εδώ να ακούσουν αυθεντικά λαϊκά τραγούδια», έλεγε η Ιωάννα Γεωργακοπούλου πριν αρχίσει να τραγουδά από το πάλκο του «Απτάλικου», όπου τη συνόδευε ο Γιάννης Λεμπέσης με την ορχήστρα του. Και τόνισε: «Χαίρομαι να βλέπω τέτοια παιδιά – διαμάντια που δείχνουν τόση αγάπη στο λαϊκό τραγούδι.

Μακάρι να είστε πάντα κοντά μας και με κάθε ειλικρίνεια κάνω μία παράκληση: “Μακριά από τα φονικά ναρκωτικά”». Ύστερα απ’ αυτά τα λόγια, άρχισαν τα όργανα και τα τραγούδια. Είχε τόση διάθεση η Γεωργακοπούλου, που κάθε λίγο ο κόσμος σηκωνόταν από τις καρέκλες και χειροκροτούσε. Τραγούδησε την «Ψαροπούλα», «Στ’ ορκίζομαι στο κύμα», τη «Γερακίνα», το «Κομπολογάκι», «Αργοσβήνεις μόνη», «Ψιλή βροχούλα έπιασε», «Νύχτες μαγικές», «Τρελλέ τσιγγάνε» κι άλλα πολλά.

Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών την Τρίτη 7 Αυγούστου 2007.

 «Θα τραγουδώ μέχρι τη στερνή μου ώρα. Ακόμη και στο σπίτι μου, όταν μένω μόνη, τραγουδώ παλιά τραγούδια μου κι ό,τι μου ‘ρθει εκείνες τις στιγμές».

Πηγή : Tα Νέα 29/11/1997

Ετικέτες

Related Articles

Δείτε επίσης

Close
Back to top button
Close
Close