ΑφιέρωμαΜουσικήΠοίησηΤέχνες

Μάθημα πορείας νυχτερινό

Ο καλλιτέχνης αφήνει ίχνη, όχι αποδείξεις.

Ένα αφιέρωμα στο Νίκο Καββαδία μέσα από τα ποιήματά του, τα έργα, τη ζωή και τις επιλογές του.

Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1933. Επέλεξε σαν τίτλο της πρώτης του συλλογής το όνομα ενός κάπως άσχημου αφρικανικού πουλιού. Το Μαραμπού. Από το 1929 είχε μπαρκάρει ως ναύτης.

Ατίθαση σημαία του περιθωρίου για τους ποιητές της γενιάς του 1930. Βρισκόταν πάντα σε μια γενναία προσπάθεια. Aντιμετώπισε με σθένος τη νομιμοφροσύνη και την εθνικοφροσύνη του μοναρχοφασιστικού μετεμφυλιακού κράτους.

Ο Χέγκελ έγραφε ότι η τέχνη αντικαθιστά το κακό με ένα λιγότερο κακό.

Έβγαλε τη γλώσσα στη ματαιότητα των πραγμάτων χωρίς εκείνη να τον μεταβάλει ή να τον απωθήσει.

Γλίτωσε γιατί δεν έγινε αλογάκι της θάλασσας. Ξεκίνησε από την πόλη για να μιλήσει για τη θάλασσα.

Ο Νίκος Καββαδίας, (Κόλλιας για τους φίλους του), μορφή παρόμοια με το Σεβάχ το θαλασσινό, τελείωσε το γυμνάσιο στον Πειραιά με συμμαθητή το Γιάννη Τσαρούχη, έδωσε εξετάσεις στην Ιατρική σχολή όπου και πέτυχε.

Εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για να δουλέψει σε ναυτιλιακό γραφείο και να συνδράμει στο πενιχρό οικογενειακό εισόδημα. Σε ηλικία 19 ετών αφηνιάζει και μπαρκάρει ως ναύτης με το φορτηγό “Άγιος Νικόλαο”. Δίνει εξετάσεις και παίρνει το δίπλωμα ασυρματιστή. Έτσι τον βλέπουμε σε πολλές φωτογραφίες με στολή αξιωματικού.

Γύρω στο 1984, η Αρλέτα με τους στίχους του “Black and White” και μουσική του Λάκη Παπαδόπουλου, μας χαρίζουν το ακόλουθο διαμάντι στο δίσκο “Περίπου”.

Το ποίημά του οι “7 νάνοι” είχε αρχικό τίτλο “Έξοδος”. Έγραφε κριτικές θεάτρου και βιβλίων ενώ και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γράφει με θαυμασμό στα χειρόγραφά του για το Μαραμπού του.

Ο Καββαδίας γύρισε με τα πόδια από το αλβανικό μέτωπο, γεμάτος ψείρες και αδύνατος. Συνομιλούσε με το Νίκο Γκάτσο ο οποίος τον παρότρυνε να ζητήσει από το Σικελιανό θεατρικό έργα του Ευγένιου Ο Νιλ. Για κάποιο διάστημα ταξίδευε με περιοριστικούς όρους. Το πρώτο δίπλωμα ασυρματιστή το έλαβε χωρίς εξετάσεις.

Πολλοί τον κατηγόρησαν ότι αδιαφορούσε για την πολιτική ζωή και του άρεσε να ωραιοποιεί τη ναυτική, να γράφει για λιμάνια και γυναίκες, για έρωτες, για ποτά, βόλτες στα μπαρ και ναρκωτικά. Ο Καββαδίας υπηρέτησε τη θητεία στο αλβανικό μέτωπο, μπήκε στη συνέχεια στις γραμμές του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και αργότερα έγινε γραμματέας του ΕΑΜ των λογοτεχνών.

Όπως διαβάζουμε από το βιβλίο του Μιχάλη Γελασάκη, “ο Αρμενιστής ποιητής”, εκδόσεις ΑΓΡΑ, ο Νίκος Καζαντζάκης την περίοδο του αφορισμού του μιλάει με θαυμασμό για τη “βάρδια” του Καββαδία, ο Σεφέρης αναφέρεται στο Μαραμπού τρεις φορές στα προσωπικά του ημερολόγια, ενώ και ο Κώστας Ουράνης αντιδίκησε δημοσίως με τον Καραγάτση όταν εκείνος αναφέρθηκε με ανακρίβεια για τον ποιητή της θάλασσας.

Το «ευχαριστώ» είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου, δεν χωράει πληρωμή

Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 σε επαρχία της Μαντζουρίας. Από οικογένεια εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Ο πατέρας του διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο αποδέκτη τον τσαρικό θρόνο. Το 1914, με την έναρξη του πολέμου επιστρέφουν στο Αργοστόλι. Το 1921 καταστρέφονται ολοσχερώς οι επιχειρήσεις και μετακομίζουν στον Πειραιά.

Διαβάζει Ιούλιο Βερν. Δημοσιεύει ποιήματα σε ηλικία 18 ετών στο περιοδικό της μεγάλης ελληνικής εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.

Το 1934, μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα και το σπίτι της οικογένειας γίνεται τόπος συνάντησης, ποιητών, ζωγράφων και μουσικών. Περιγράφεται από τους άλλους ως απλός άνθρωπος, ατημέλητος, λιγομίλητος, με πηγαίο χιούμορ. Το 1938, στρατεύεται στη Ξάνθη όπου παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφιτή κατωτέρας τάξης. Το 1940 υπηρετεί αρχικά ως τραυματιοφορέας και μετά με την ειδικότητα του ασυρματιστή μεταφέρεται στο σταθμό υποκλοπής της Γ’ Μεραρχίας.

Από το 1954 έως το 1974 ταξιδεύει διαρκώς με ελάχιστα διαλείμματα. Το 1965 πεθαίνει η μητέρα του. Ενδιαφέρον περιστατικό είναι ότι όταν ο Καββαδίας εργαζόταν σε πλοίο μικρών αποστάσεων, ο Σεφέρης τόσο κατά την επιβίβαση όσο και κατά την αποβίβαση αδιαφόρησε για τον ποιητή, ενισχύοντας την πεποίθησή του ότι η γενιά του 1930 δεν τον δεχόταν στους κόλπους της.

Με το καινούργιο έργο ο ποιητής έχει κάνει τεράστιο άλμα εις ύψος. Η ποιητική του συνείδηση κι η τεχνική του σοφία έχουνε φτάσει σε ασυνήθιστη πληρότητα. Η διάθεση, τα θέματα και το πλαίσιό τους είναι περίπου τα ίδια με του «Μαραμπού» ―αλλά πόσο εξελιγμένα και τελειωμένα!

Το τοπίο δεν είναι τώρα εξωτερικό· είναι συνυφασμένο με την ψυχική ουσία ―εκφραστικό μέσο αυτής της ουσίας: τα εξωτικά στοιχεία δεν είναι καθόλου πρόσθετα και διακοσμητικά. Κι ο στίχος του δεν είναι πια περιγραφικός, είναι καθαρά λυρικός. Κι η ηχητική αυτού του στίχου εξαίσια κι υποβλητική.

Η μετάβαση από νόημα σε νόημα, από επίπεδο σ’ επίπεδο δε γίνεται μαλακά κι αφηγηματικά· γίνεται μ’ απότομα πηδήματα και τα κενά, που τα γεμίζει η ψυχή του αναγνώστη, πλουταίνουνε το νόημα κι ολοκληρώνουνε την αρμονία του.

Αλλά δε φαίνεται πως ο ποιητής θα σταματήσει σ’ αυτό το έργο. Μέσα του υπάρχουν οι αφετηρίες καινούργιων αλμάτων. Είναι τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη» και «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα».

Με το πρώτο μεταφέρει το τοπίο του από τα ξένα στα δικά μας νερά. Και στα δικά μας ακόμα νερά βρίσκει ο ποιητής το ξωτικό στοιχείο. Και δεν φαίνεται απίθανο να τον τραβήξουνε μελλοντικά ο πόνος κι η αμαρτία των ντόπιων συνανθρώπων ―και των στεριανών.

Με το δεύτερο ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτήν την περίσταση δε φαίνεται απίθανο να συνεχίσειι ο ποιητής των ηρωικό αυτό δρόμο.

Αλλά το ποίημα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί για να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος και ο Υπεύθυνος για το σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι, είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός, που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης του γίνεται χίλιες φορές αιμοβορότερο θηρίο.

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ για το Πούσι

Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια
κι ακόμα μ’ είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.
Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι , το ξυλίκι.
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και πού να δεις ακόμα.
Μια μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα,
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά που’ μοιαζε με γρανίτη.
Σε μια γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη.

Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας ήταν ουμανιστής. Η ανθρωπιά του τον οδήγησε στην Αριστερά και όπως γράφει ο Ανδρέας Καραντώνης είναι ο ποιητής που πλάτυνε το Εγώ του και χώρεσε μέσα του το διπλανό του.

 

Ετικέτες

Related Articles

Δείτε επίσης

Close
Back to top button
Close
Close