ΑφιέρωμαΤέχνες

Άτιτλο

Εικοσιοκτώ χρόνια και τέσσερις μήνες. Ανοίγω τα μάτια μου. Εκείνο στέκει εκεί, στο απέναντι πεζοδρόμιο κρατώντας πεισματικά τα πράσινα- με μια υπόνοια κίτρινου στις άκρες τους- παιχνιδάρικα και σε ακαθόριστο σχήμα φύλλα του.  Ήταν πάντα, στο δικό μου πάντα, εκεί.Τα χρόνια περνούν, οι εποχές διαδέχονται ακούραστα η μια την άλλη και εκείνο παραμένει. Παραμένω και εγώ εκεί, παρατηρώντας τα φύλλα του να παραδίνονται στο κάλεσμα του φθινοπώρου – χειμώνα (είναι άραγε διακριτές πια οι εποχές), στην αρχή διστακτικά με  ωχρό και ασθενικό χρώμα, έπειτα με την συνειδητοποίηση του θανάτου τους, αποχωρίζονται το κλαδί-βάση τους, όπως το έμβρυο που αφήνει άξαφνα και βίαια την ζεστή και φιλόξενη μήτρα.

Το δέντρο του απέναντι πεζοδρομίου στέκει εκεί γυμνό και μαζί του στέκω και εγώ στο παράθυρο να το κοιτάζω, περιμένοντας να φορέσει πάλι τα καλά του και να υποδεχτεί το ξύπνημα της άνοιξης, ένα ξύπνημα ζωηρό που περιμένω και εγώ από τον λήθαργο του δικού μου χειμώνα, που ίσως να κράτησε παραπάνω. Το δέντρο πέταξε τα πρώτα του φύλλα, έπειτα φούντωσε και είχα πάλι λόγο να κοιτάω από το παράθυρο. Οι εποχές της ψυχής μας είναι ακαθόριστες, ασαφείς και ορισμένες φορές αβάσταχτα ατελείωτες, υπάρχει όμως το δέντρο απέναντι, ένα σημείο αναφοράς, δίνοντάς μας το έναυσμα για αλλαγή, καλώντας μας στο παιχνίδι Ζωής- Θανάτου, μια τραμπάλα που περιμένει να ταλαντευτούμε στους σκουριασμένους της ρυθμούς. Τα φύλλα θα πέσουν, θα ξαναγεννηθούν και το παράδειγμα του δέντρου απέναντί μου μπορεί να φαντάζει ευτελές στα άλογα κούρσας που αρνούνται να απεκδυθούν από τις καλύπτρες τους, μα αναγκαίο για όσους περιμένουμε το πρώτο πράσινο φύλλο να μας γνέψει και να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Ετικέτες

Related Articles

Back to top button
Close
Close